Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ – ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΛΠ.


Η ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Όλοι οι εργαζόμενοι, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα της, ειδικότητας και του τρόπου αμοιβής τους ή της νομικής μορφής του εργοδότη, δικαιούνται ετήσια κανονική άδεια με πλήρεις αποδοχές και επίδομα άδειας. Οι διατάξεις περί χορήγησης ετήσιας άδειας είναι δημόσιας τάξης με την έννοια ότι κάθε συμφωνία μεταξύ των μερών που είναι αντίθετη προς αυτές είναι άκυρη. Αν όμως από Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Κανονισμό Εργασίας ή ατομική σύμβαση προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι από αυτούς του νόμου, τότε για την χορήγηση της ετήσιας άδειας ισχύουν αυτοί οι ευνοϊκότεροι όροι.
Είναι  δυνατή η μη χορήγηση άδειας στα παρακάτω πρόσωπα:
·         Εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις ή εργασίες στις οποίες απασχολούνται μόνο μέλη της οικογένειας του εργοδότη.
·         Εργαζόμενοι σε γεωργικές, κτηνοτροφικές, δασικές και ναυτιλιακές εργασίες.
·         Διευθύνοντες υπάλληλοι (πρόσωπα διεύθυνσης, εποπτείας & εμπιστοσύνης).
Σήμερα τα σχετικά με τις άδειες θέματα ρυθμίζονται βασικά από τις διατάξεις του Α.Ν. 539/45 όπως τροποποιήθηκε & συμπληρώθηκε από μεταγενέστερους νόμους (Ν. 1346/1983, Ν. 3144/2003, 3227/2004, 3302/2004) και ισχύει σήμερα.
Με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004 αντικαθίσταται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/ 1945, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρ. 2 του Ν. 1346/1983 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρ. 13 του Ν. 3227/2004 και επαναφέρεται το «ημερολογιακό έτος» ως βάση χορήγησης της ετήσιας άδειας με αποδοχές των εργαζομένων.
Ειδικότερα, προβλέπεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικώς (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας 20 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργάσιμων ημερών, επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχή απασχόληση.

ΧΡΟΝΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ο χρόνος που ο μισθωτός θα λάβει την άδειά του καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργοδότη του, με την έναρξη κάθε νέου ημερολογιακού έτους (1η Ιανουαρίου) και μπορεί να την λάβει μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο εργοδότης υ π ο χ ρ ε ο ύ τα α ι :
·         Να χορηγήσει σε όλους τους μισθωτούς της επιχείρησής του την άδεια που δικαιούνται, πριν τη λήξη του ημερολογιακού έτους, έστω και αν αυτοί δεν την ζήτησαν (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. 2 όπως ισχύει με την παρ. 15 του άρθρου 3 του Ν. 4504/66).
·         Να χορηγήσει στο μισό τουλάχιστον προσωπικό του άδειες στο χρονικό διάστημα από 1ης Μαϊου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου κάθε έτους
·         Να χορηγήσει άδεια σε μισθωτό μέσα σε δύο μήνες από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός υπέβαλε έγγραφη αίτηση άδειας.
Η χορήγηση ολόκληρης της άδειας, εντός του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο την δικαιούται ο μισθωτός, είναι υποχρεωτική με ευθύνη του εργοδότη. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρ. 3 του Ν.Δ. 3755/1957, καθώς και τη σχετική νομολογία, σε περίπτωση μη χορήγησης από τον εργοδότη λόγω υπαιτιότητάς του (άρνηση, πταίσμα, αμέλεια), της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος εντός του ημερολογιακού έτους, υποχρεούται να καταβάλλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100%.
Η άδεια χορηγείται ολόκληρη. Επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης  ή εκμετάλλευσης και μετά από έγκριση της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών.  Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη. Η αίτηση αυτή για την οποία δεν απαιτείται έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρείται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας (άρθρο 6, Ν.3846/2010).
Μετάθεση του χρόνου άδειας σε άλλο ημερολογιακό έτος δεν επιτρέπεται ακόμη και όταν υπάρχει συναίνεση του εργαζόμενου. Απαγορεύεται επίσης ρητά κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου για εγκατάλειψη από τον τελευταίο του δικαιώματος άδειας του.

Ρύθμιση άδειας κατά το 1ο ημερολογιακό έτος
Με τη νέα παρ. 1β του Α.Ν. 539/ 1945, (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3302/2004) καθιερώνεται για το πρώτο ημερολογιακό έτος - εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου αναλογία - ποσοστό των ημερών αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, βάσει του χρονικού διαστήματος απασχόλησης στο έτος αυτό. Η αναλογία της άδειας, η οποία υπολογίζεται επί των 20  επί πενθημέρου (1,66 ημέρες άδειας/μήνα εργασίας)  και των 24 επί εξαημέρου (2 ημέρες άδειας/μήνα εργασίας)  ημερών, θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη έως την 31η Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους πρόσληψης ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί από τους εργαζόμενους.

Ρύθμιση άδειας κατά το 2ο ημερολογιακό έτος
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τμηματικά την άδειά του, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στο δεύτερο αυτό έτος, στον οικείο εργοδότη. Η αναλογία της άδειας υπολογίζεται εκ νέου, όπως και κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, με βάση τις 20 ημέρες επί πενθημέρου και τις 24 ημέρες επί εξαημέρου. Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και κατά το χρονικό σημείο συμπληρώσεως 12 μηνών από την ημερομηνία πρόσληψης, η άδεια επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα. Ως εκ τούτου, η άδεια κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, η οποία θα πρέπει να χορηγηθεί από τον εργοδότη αναλογικώς ή ολόκληρη στο τέλος, έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, φθάνει στο ύψος των 21 επί πενθημέρου και 25 επί εξαημέρου, εργάσιμων ημερών.

Ρύθμιση άδειας κατά το 3ο  και επόμενα ημερολογιακά έτη
Κατά το 3ο  ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Η άδεια αυτή, θα φθάσει τις 22 ημέρες επί πενθημέρου και τις 26 επί εξαημέρου, εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη απασχόλησης εντός του τρίτου αυτού ημερολογιακού έτους.

ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ
Κάθε εργαζόμενος μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας (άρ. 3, παρ. 16 Ν. 4504/1966). Το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας, αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας και υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας - είναι δηλαδή ίσες προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό ότι δεν δύναται να υπερβεί για όσους μεν αμείβονται με μισθό, το μισό μισθό, για όσους δε αμείβονται με ημερομίσθιο τα 13 ημερομίσθια. Το επίδομα άδειας υπολογίζεται βάσει των καταβαλλομένων αποδοχών ανάλογα όπως και οι αποδοχές άδειας, θεωρείται δε μέρος των τακτικών αποδοχών του μισθωτού και συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό των επιδομάτων Εορτών καθώς και της αποζημίωσης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας προκαταβάλλονται στον δικαιούχο μισθωτό κατά την ημέρα λήψης της άδειας.

ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ
Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια (άρ. 1, παρ. 3 του Ν. 1346/1983. Εφ’ όσον λοιπόν κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωμα της άδειας, προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις:
α. Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος (εντός του οποίου προσελήφθη) ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες με 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ημερομίσθια ανά μήνα, ως επίδομα αδείας, με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων, ανάλογα εάν αμείβονται με μισθό, ή ημερομίσθιο.
β. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται επίσης 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης και άλλα 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων.
γ. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα οφείλονται αποδοχές πλήρους άδειας και επιδόματος αδείας.

ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΛΟΓΩ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001 από 1/1/2000 εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Όσοι έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται 26 εργάσιμες ημέρες επί 5/μερου και 30 εργάσιμες ημέρες άδεια επί 6/μερου. (ΕΓΣΣΕ 2008 – 2009)

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Στον υπολογισμό των ημερών άδειας περιλαμβάνονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες κατά τις οποίες θα απασχολείτο ο μισθωτός αν προσερχόταν κανονικά στην εργασία του. Δεν υπολογίζονται στις ημέρες άδειας οι Κυριακές, τα Σάββατα (σ’ αυτούς που εργάζονται με το σύστημα 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας), οι αργίες καθώς και οποιαδήποτε άλλη μη εργάσιμη ημέρα του μισθωτού, οι οποίες εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα που ο μισθωτός κάνει χρήση της άδειας του.
Στον υπολογισμό των ημερών άδειας δεν μπορούν να συμψηφιστούν ημέρες αποχής του μισθωτού από την εργασία του λόγω βραχείας διάρκειας ασθένειας, στρατεύσεως, απεργίας, ανταπεργίας, ανωτέρας βίας. Επίσης στις ημέρες κανονικής άδειας δεν μπορούν να συμψηφιστούν και οι ημέρες ειδικών αδειών που προβλέπονται για τους μισθωτούς. (Π.χ. άδεια γάμου ή κυήσεως κλπ).
Κατά τη διάρκεια της αδείας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού απ' τον εργοδότη (άρθρο 5 παρ. 6 ΑΝ 539/45). Εν τούτοις, δεν απαγορεύεται η κατά τη διάρκεια της αδείας προειδοποίηση περί της προσεχούς απολύσεώς τους, αρκεί η ημέρα της απολύσεως να εμπίπτει σε χρόνο μετά τη λήξη της αδείας. (Εφ. Λαρίσης 667/96).
Ο μισθωτός που δεν έλαβε την άδειά του από πταίσμα του εργοδότη δικαιούται, ευθύς μόλις λήξει το ημερολογιακό έτος εντός του οποίου έπρεπε να την είχε πάρει, τις αποδοχές της άδειας του αυξημένες κατά 100% (άρθρο 5 παρ. 1 Α.Ν. 539/45). Ο διπλασιασμός των αποδοχών δεν εφαρμόζεται όταν για τη μη χορήγηση της άδειας δεν ευθύνεται κατά οποιοδήποτε τρόπο ο εργοδότης. Δεν αρκεί δηλαδή για το διπλασιασμό η μη χορήγηση άδειας αλλά απαιτείται να υπάρχει και πταίσμα του εργοδότη. Το επίδομα άδειας δεν διπλασιάζεται γιατί ο νόμος αναφέρεται αποκλειστικά στις αποδοχές άδειας.

ΒΙΒΛΙΟ ΑΔΕΙΩΝ
Βάσει του άρθρου 4 παρ. 3 του Α.Ν.539/45 όλοι οι εργοδότες πρέπει να τηρούν ΒΙΒΛΙΟ ΑΔΕΙΩΝ στο οποίο καταχωρούνται τα στοιχεία των μισθωτών που παίρνουν την κανονική τους άδεια κάθε εργασιακό έτος, κατά χρονολογική σειρά που παίρνουν την άδεια οι μισθωτοί. Επί χειρόγραφης τήρησης της μισθοδοσίας κατάλληλα βιβλία υπάρχουν στο εμπόριο και περιλαμβάνονται τα κατωτέρω στοιχεία.
1) Τα στοιχεία του μισθωτού.
2) Το έτος γεννήσεως.
3) Η ημερομηνία προσλήψεως.
4) Τα έτη υπηρεσίας.
5) Οι αποδοχές που καταβλήθηκαν στον μισθωτό για χωριστά άδεια και επίδομα αδείας.
6) Η χρονική διάρκεια της άδειας .
7) Η ημερομηνία χορήγησης της άδειας ( έναρξη και λήξη ).
8) Η υπογραφή του αδειούχου μισθωτού (μόνο έτσι αποδεικνύουμε ότι έλαβε ο μισθωτός τις αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας. Σημαντικό σε περίπτωση εργατικής διαφοράς).
Προαιρετικά μπορεί να υπάρχει και μία στήλη παρατηρήσεων. Σ΄ αυτήν σημειώνονται: οικειοθελής αποχώρησης, απολύσεις ώστε να φαίνεται ότι έχει λάβει την μη ληφθείσα άδεια.
Το Βιβλίο Αδειών πρέπει να τίθεται στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας ή των λοιπών οργάνων που ασκούν την εποπτεία και τον έλεγχο εφαρμογής των περί αδειών διατάξεων.
Το βιβλίο αδειών δεν είναι υποχρεωτικό να θεωρείται από την οικία Επιθεώρηση Εργασίας ή άλλη αρχή. (Σ.Ε. 2245/65 Ολομ., έγγραφο ΥΠ.ΕΡΓ.43540/16,05,66)

ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Όσοι παραβαίνουν τις διατάξεις περί χορηγήσεως αδειών των μισθωτών απειλούνται με βαριές κυρώσεις του άρθρου 13 του Ν. 2943/22 καθώς και του άρθρου 5 παρ. 7 Α.Ν. 539/45. Με ποινικές κυρώσεις απειλούνται ακόμη εργοδότες ή και υπεύθυνοι της επιχείρησης που καθυστερούν αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας ( Α.Ν. 690/45 ) ή παρεμποδίζουν με κάθε τρόπο τα αρμόδια όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας (άρθρα 10 Ν.Δ.2954/54, 35 Ν. 1568/85 και 17 Ν. 2556/96).


ΠΙΝΑΚΑΣ
ΗΜΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ
Ημερολογιακά έτη απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη
Εργαζόμενοι με 5/ήμερο
Εργαζόμενοι με 6/ήμερο
Αποδοχές άδειας με 5/μερο και 6/μερο
1ο έτος (από προσλήψεως μέχρι  31/12ου)
1,66 (20/12) ημέρες ανά μήνα απασχόλησης  (με στρογγυλοποίηση) μέχρι εξαντλήσεως του συνολικού αριθμού ημερών αδείας.
2 ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης μέχρι εξαντλήσεως του συνολικού αριθμού (24/12 Χ μήνες απασχόλησης).
2 ημερομίσθια ή 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψη μέχρι 31/12ου
2ο έτος
Μέχρι συμπληρώσεως 12/μήνου από την πρόσληψη, δικαίωμα λήψης τμηματικής άδειας (20/12 Χ μήνες) και σε κάθε περίπτωση μέχρι τέλος του έτους 21 μέρες άδεια.
Μέχρι συμπληρώσεως 12/μήνου από την πρόσληψη, δικαίωμα λήψης τμηματικής άδειας (24/12 Χ μήνες) και σε κάθε περίπτωση μέχρι τέλος του έτους 25 μέρες άδεια.
Από 01/1ου μέχρι συμπληρώσεως 12μήνου 2 ημερομίσθια (24/12) ή 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα απασχόλησης.
3ο έτος και μετά
Λήψη άδειας 22 ημερών σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του έτους.
Λήψη άδειας 26 ημερών σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του έτους.
1 μηνιαίος μισθός ή 25   ημερομίσθια.
1μηνιαίος μισθός ή 26 ημερομίσθια συν τόσα 25α, όσες εργάσιμες μέρες λαμβάνονται από τον επόμενο μήνα, προς συμπλήρωση των 26 εργάσιμων ημερών.

Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη, δικαιούνται άδεια 5 εβδομάδων και όσοι έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται ακόμη 1 ημέρα κανονικής άδειας.


Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Ανασφάλιστο το 35,22% των εργαζομένων (ΑΥΞΗΣΗ 6,8% 5ΜΗΝΟ)


Σε επίπεδα ρεκόρ (και με αύξηση έως 6,8% σε σύγκριση με πέρυσι) έφτασε στο πεντάμηνο Ιανουαρίου - Μαΐου η αδήλωτη εργασία, όπως έδειξαν οι έλεγχοι του Σώματος Επιθεωρήσεων Εργασίας και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντοπίζοντας σε επιχειρήσεις ανασφάλιστους εργαζόμενους σε ποσοστό 35,22%, έναντι 28,74% που ήταν το αντίστοιχο περσινό διάστημα.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στο πεντάμηνο ελέγχθηκαν 9.120 επιχειρήσεις (έναντι 7.920 πέρυσι) οι οποίες απασχολούσαν 25.619 εργαζόμενους, 16.595 με ασφάλιση και 9.024 χωρίς ασφάλιση, ποσοστό 35,22%. Στο αντίστοιχο πεντάμηνο του 2011 οι ανασφάλιστοι ήταν 7.336 σε σύνολο 25.526 απασχολουμένων (ποσοστό 28,73%).
Από τους 9.024, οι 3.373 ήταν αλλοδαποί, με ποσοστό ανασφάλιστων 46,1% σε σύνολο απασχολουμένων 7.317.
Οι Έλληνες ανασφάλιστοι - μη καταχωρημένοι στα ειδικά βιβλία νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού ήταν 5.651, ποσοστό 30.9% στο σύνολο των 18.302 εργαζομένων στις επιχειρήσεις που ελέγχθηκαν.
Όπως και στο τετράμηνο, έτσι και στο πεντάμηνο στο στόχαστρο των ελεγκτών βρέθηκαν κλάδοι με υψηλά ποσοστά ανασφάλιστων όπως τα επισιτιστικά επαγγέλματα, βιοτεχνικά πάρκα, βιομηχανικές ζώνες, κομμωτήρια, πρατήρια βενζίνης, συνεργεία αυτοκινήτων, μεταφορικές επιχειρήσεις, το λιανικό εμπόριο, η καθαριότητα, κ.λπ.
Οι ελεγκτές επέβαλαν πρόστιμα ύψους 4,7 εκατ. ευρώ για την απασχόληση ανασφάλιστων έναντι 4,1 εκατ. ευρώ στο αντίστοιχο περσινό διάστημα.

ΠΗΓΗ: imerisia.gr

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Στο 22,6% εκτοξεύθηκε η ανεργία στην Ελλάδα


Νέο άλμα κατέγραψε το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα το πρώτο τρίμηνο του 2012, αγγίζοντας το επίπεδο ρεκόρ του 22,6%. Την αντίστοιχη περίοδο του 2011, η ανεργία κυμαινόταν στο, ήδη, υψηλό 15,9%, ενώ το τελευταίο τρίμηνο του 2011 είχε φτάσει το 20,7%. Αυτό σημαίνει ότι το πρώτο τρίμηνο του 2012, ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 9,2% σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2011 και κατά 57,3% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Σε αριθμούς σημαίνει ότι πλέον επισήμως μιλάμε για 1.120.097 ανθρώπους καταγεγραμμένους στους καταλόγους της ανεργίας.
Από τα νέα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής προκύπτει ότι οι γυναίκες πλήττονται κυρίως από την ανεργία με ποσοστό 26,5% ενώ το ποσοστό των ανδρών κυμαίνεται στο 19,7%. Τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται και πάλι στις ηλικίες 15 – 24 χρόνων (52,7%) και στις ίδιες ηλικίες για τις γυναίκες φθάνει το 60,4%.
Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (34,3%), ακολουθούν τα άτομα που έχουν τελειώσει ορισμένες τάξεις του δημοτικού (33,1%) και οι απόφοιτοι τριτάξιας Μέσης Εκπαίδευσης (25,2%). Χαμηλότερα είναι τα ποσοστά ανεργίας μεταξύ όσων έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο (12%) και όσων έχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση (15,7%).
Το 46,8% των ανέργων αναζητά αποκλειστικά πλήρη απασχόληση, το 45,6% αναζητά πλήρη απασχόληση αλλά προκειμένου να εργαστεί θα δεχόταν και μια θέση μερικής απασχόλησης. Το 7,5% αναζητά μερική απασχόληση ή δεν ενδιαφέρεται αν θα βρει μερική ή πλήρη απασχόληση. Από το σύνολο των ανέργων, το 23,8% είναι άνθρωποι που πρώτη φορά εισέρχονται στην αγορά εργασίας και αναζητούν δουλειά, ενώ αγγίζει το 56,5% το ποσοστό εκείνων που αναζητούν δουλειά περισσότερους από 12 μήνες.
Σε επίπεδο Περιφέρειας, το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στη Δυτική Μακεδονία με 28,5% και στη Κεντρική Μακεδονία με 24,7%. Στον αντίποδα, το μικρότερο ποσοστό είναι σε Νότιο Αιγαίο με 13,9% και Ιόνιους Νήσους με 15,9%.

Source: sigmalive.com