Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Το νέο «ποινολόγιο», για τους εργοδότες που παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία.

Δόθηκε χθές στη δημοσιότητα η Υπουργική Απόφαση για την επιβολή προστίμων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) στους εργοδότες όπου παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία.
Με την απόφαση, που υπέγραψε η Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Λούκα Κατσέλη στις 3/2/2011, θεσπίζεται η αναλογικότητα των ποινών και των κυρώσεων και η επιβολή των προστίμων στηρίζεται σε επιστημονική μεθοδολογία, με βάση ποιοτικά και αντικειμενικά κριτήρια, έτσι ώστε ο κάθε Επιθεωρητής Εργασίας να μην εισηγείται και επιβάλλει πρόστιμα με υποκειμενικά και εμπειρικά κριτήρια και επομένως λιγότερο αντικειμενικά.
Το νέο «ποινολόγιο» για προβλέπει πρόστιμα από 500 έως και 50.000 ευρώ τα οποία καθορίζονται με βάση ειδική μοριοδότηση συνδεδεμένη με το είδος της παράβασης, τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται και το εάν ο εργοδότης είναι υπότροπος ή όχι.
Συγκεκριμένα τα πρόστιμα επιβάλλονται με την συνεκτίμηση τεσσάρων βασικών κριτηρίων και ενός υποκριτηρίου. Τα βασικά κριτήρια είναι ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση, η σοβαρότητα παράβασης η κατηγορία της επιχείρησης με βάση το Ν. 3850/2010, και το εάν η επιχείρηση είναι υπότροπη.
Υποτροπή της επιχείρησης νοείται α) η επιβολή στην ίδια επιχείρηση δύο (2) τουλάχιστον διοικητικών κυρώσεων για παρόμοιες παραβάσεις μέσα σε μία τετραετία, η οποία ξεκινά από τη διενέργεια του ελέγχου, ή β) η έκδοση μίας (1) τουλάχιστον αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης που αφορά την τέλεση αξιόποινης πράξης για παρόμοια παράβαση. Τυχόν αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης δεν επηρεάζει την υποτροπή. Η υποτροπή προκύπτει και από το συνδυασμό των δύο παραπάνω περιπτώσεων, δηλαδή επιβολή μίας διοικητικής κύρωσης και έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης.
• Αρχικώς καθορίζεται ένα βασικό ποσό προστίμου (ΒΠ), το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται προς τα πάνω, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.
Για το χαρακτηρισμό του βαθμού συνεργασίας συνεκτιμώνται ιδίως η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση σε υποδείξεις - συστάσεις, ο βαθμός υπαιτιότητας (βαθμός ευθύνης) του εργοδότη, η παρεμπόδιση του έργου του Επιθεωρητή κατά τη διενέργεια του ελέγχου, η μη χορήγηση στοιχείων κατά τη διάρκεια της έρευνας κτλ. 

Η σχετική υπουργική απόφαση εδώ:

Διευκρινίσεις για συνταξιούχους που εργάζονται


Διευκρινίσεις για τους περιορισμούς που τίθενται με το νέο ασφαλιστικό νόμο στο ποσό της σύνταξης των συνταξιούχων ασφαλιστικών οργανισμών κύριας ασφάλισης αρμοδιότητος Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης οι οποίοι συνεχίζουν να εργάζονται, το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών και την αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης δίνει με εγκύκλιό του το ΙΚΑ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3863/2010 για τους συνταξιούχους οι οποίοι είναι κάτω από 55 ετών προβλέπεται η αναστολή καταβολής της σύνταξης μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. Μετά τη συμπλήρωση του συγκεκριμένου ορίου, οι συνταξιούχοι παίρνουν το ποσό που αντιστοιχεί σε 30 ημερομίσθια του άγαμου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί το προηγούμενο έτος (σήμερα 991,20 ευρώ). Το ποσό της σύνταξης που υπερβαίνει τα 30 ημερομίσθια καταβάλλεται κατά τα έτη 2010 και 2011 μειωμένο κατά 70%.
Το όριο των 30 ημερομισθίων προσαυξάνεται κατά 6 ημερομίσθια (σήμερα 198,24 ευρώ) για κάθε ανήλικο ή ανίκανο για βιοποριστική εργασία παιδί ή για παιδιά που σπουδάζουν και είναι κάτω των 24 ετών.
Στην περίπτωση που ο απασχολούμενος λαμβάνει περισσότερες της μίας κύριες συντάξεις, η περικοπή θα γίνεται στο ποσό της μεγαλύτερης από τις κύριες συντάξεις.
Για τον προσδιορισμό των εισοδηματικών κριτηρίων δεν λαμβάνεται υπόψη η επικουρική σύνταξη. Για συνταξιούχους λόγω αναπηρίας που εργάζονται ως μισθωτοί, ή αυτοαπασχολούνται και κερδίζουν περισσότερα από όσα κερδίζει υγιής απασχολούμενος, προβλέπεται η διακοπή της σύνταξης.
Οι συνταξιούχοι οι οποίοι αυτοαπασχολούνται, υποχρεούνται μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, να καταβάλουν τις προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις εισφορές προσαυξημένες κατά 50%. Από την προσαύξηση εξαιρούνται όσοι υπάγονταν σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς ή το Δημόσιο, και οι οποίοι μετά τη συνταξιοδότησή τους συνεχίζουν για τη συγκεκριμένη απασχόληση υποχρεωτικά την ασφάλισή τους στον οικείο φορέα ασφάλισης.
Οι περιορισμοί δεν εφαρμόζονται στον επιζώντα των συζύγων, στους συνταξιούχους του ΟΓΑ στους πολύτεκνους των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή έως το 24ο έτος της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία.
Εξαιρούνται και εργαζόμενοι που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους της ΕΕ ή τρίτης χώρας, και υπόκεινται στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Ε.Ε, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους και οι επιζώντες τους.
Επίσης ιπτάμενοι χειριστές καθώς και ιπτάμενοι συνοδοί και φροντιστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας) μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο, οι συνταξιούχοι που εργάζονται οφείλουν να το δηλώσουν. Σε περίπτωση που ο συνταξιούχος δεν δηλώσει ότι εργάζεται, θα κληθεί να πληρώσει πρόστιμο (επί του καταλογισθέντος ποσού ίσο με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας).
Αναλυτικά η εγκύκλιος:
Α. Περιορισμοί στο ποσό της σύνταξης - Αναστολή - Καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.
1. Συνταξιούχοι λόγω γήρατος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων κύριας ασφάλισης που αναλαμβάνουν μισθωτή εργασία.
Σύμφωνα με την περ.1 της παρ. 1 του άρθ. 16 του Ν. 3863/2010 προβλέπεται αναστολή καταβολής τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής σύνταξης για τους ανωτέρω συνταξιούχους, μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους.
Μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας, τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή κύριων συντάξεων που αντιστοιχεί σε τριάντα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως διαμορφώνονται κάθε φορά και ισχύουν την 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, ενώ το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή των κυρίων συντάξεων που υπερβαίνει τα τριάντα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη καταβάλλεται μειωμένο κατά 70%.
Δεδομένου ότι το ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη ανερχόταν τόσο κατά την 31-12-2009 όσο και κατά την 31-12-2010 σε 33,04, το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή των κύριων συντάξεων που υπερβαίνει τα 991,20 θα καταβάλλεται κατά τα έτη 2010 και 2011 μειωμένο κατά 70%.
Επισημαίνεται ότι όσον αφορά στην επικουρική σύνταξη, δε λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του ανωτέρω ποσού και καταβάλλεται χωρίς περικοπή.
Εξάλλου, το ανωτέρω όριο των τριάντα ημερομισθίων ανειδίκευτου εργάτη προσαυξάνεται κατά έξι ημερομίσθια για κάθε ανήλικο παιδί ή παιδί που σπουδάζει σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας, καθώς και για κάθε παιδί το οποίο είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία. Για παράδειγμα στην περίπτωση που ο απασχολούμενος συνταξιούχος έχει ένα ανήλικο τέκνο, το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή των κύριων συντάξεων που υπερβαίνει τα 36 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, που για το 2010 και το 2011 είναι το ποσό των 1.189,44, καταβάλλεται μειωμένο κατά 70%.
Στην περίπτωση που ο απασχολούμενος λαμβάνει περισσότερες της μίας κύριες συντάξεις, οι συντάξεις αυτές θα αθροίζονται και η περικοπή θα γίνεται στο ποσό της μεγαλύτερης από τις κύριες συντάξεις, ενώ στην περίπτωση που δεν επαρκεί, το υπόλοιπο ποσό θα περικόπτεται από την αμέσως επόμενη ή επόμενες σε ύψος κύριες συντάξεις. Για παράδειγμα στην περίπτωση που ο απασχολούμενος συνταξιούχος λαμβάνει δύο κύριες συντάξεις το ποσό των οποίων ανέρχεται σε 800 και 500 αντίστοιχα, η περικοπή θα γίνεται ως ακολούθως:
800+500=1.300 €
1.300 - 991,20=308,80 €
308,80Χ70%=216,16 €
308,80-216,16=92,64 €
800-216,16=583,84 €
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή το καταβαλλόμενο μετά την περικοπή ποσό θα ανέρχεται σε:
583,84+92,64+500=1.176,48 €
Ευνόητο είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να υπάρχει σχετική συνεννόηση μεταξύ των εμπλεκόμενων ασφαλιστικών φορέων.
Όσον αφορά στις περιπτώσεις δικαιούχων κατωτάτων ορίων κύριας σύνταξης, η σύνταξη περιορίζεται στο οργανικό ποσό για όσο διάστημα διαρκεί η εργασία, ενώ στην περίπτωση που τα ποσά των οργανικών συντάξεων υπερβαίνουν τα προαναφερόμενα κατά περίπτωση ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, θα περικόπτονται αναλόγως ως ανωτέρω.
Στους ανωτέρω περιορισμούς υπόκεινται και οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος των φορέων κύριας ασφάλισης, οι οποίοι έχουν πραγματοποιήσει τον περισσότερο χρόνο ασφάλισής τους στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι καταλαμβάνουν θέσεις ως αιρετά όργανα ΟΤΑ, διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι, αντιπρόεδροι και μέλη συλλογικών οργάνων διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ. πρόεδροι, αντιπρόεδροι και μέλη ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, πρόεδροι, αντιπρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010.
Εξάλλου, οι απασχολούμενοι συνταξιούχοι υποχρεούνται να καταβάλουν τις προβλεπόμενες για τους λοιπούς ασφαλισμένους εισφορές, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις των φορέων. Αντίστοιχη υποχρέωση υπάρχει και για τους εργοδότες που απασχολούν τους ανωτέρω συνταξιούχους.
2. Συνταξιούχοι λόγω γήρατος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων κύριας ασφάλισης που αυτοαπασχολούνται. Σύμφωνα με την περ.2 της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010 για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος φορέων κύριας ασφάλισης που ασκούν δραστηριότητα υπακτέα στην ασφάλιση του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) και του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) προβλέπεται αναστολή καταβολής της κύριας και επικουρικής σύνταξης, μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας ενώ παράλληλα υποχρεούνται στην καταβολή των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών.
Μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας, τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή κύριων συντάξεων που αντιστοιχεί σε εξήντα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά και ισχύουν την 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, ενώ το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή των κυρίων συντάξεων που υπερβαίνει τα εξήντα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη καταβάλλεται μειωμένο κατά 70%.
Δεδομένου ότι το ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη ανερχόταν τόσο κατά την 31-12-2009 όσο και κατά την 31-12-2010 σε 33,04 , το ποσό της μηνιαίας ακαθάριστης σύνταξης ή των κύριων συντάξεων που υπερβαίνει τα 1982,40 θα καταβάλλεται κατά τα έτη 2010 και 2011 μειωμένο κατά 70%. Όσον αφορά στην επικουρική σύνταξη, και στην περίπτωση αυτή δε λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του ανωτέρω ποσού και καταβάλλεται χωρίς περικοπή.
Πέραν της ανωτέρω περικοπής της σύνταξης, οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος οι οποίοι αυτοαπασχολούνται , μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, υποχρεούνται να καταβάλουν τις προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις εισφορές προσαυξημένες κατά 50%. Εξυπακούεται ότι και για αυτή την κατηγορία απασχολούμενων συνταξιούχων, όσον αφορά στην προσαύξηση του αριθμού των ημερομισθίων ανειδίκευτου εργάτη , εφόσον υπάρχει ανήλικο παιδί ή παιδί που σπουδάζει σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας ή παιδί το οποίο είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία, στον περιορισμό της σύνταξης στο οργανικό ποσό σε περίπτωση λήψης κατωτάτου ορίου, καθώς και στο τρόπο περικοπής της σύνταξης στην περίπτωση συρροής συντάξεων, εφαρμόζονται αντίστοιχα τα προβλεπόμενα για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος οι οποίοι αναλαμβάνουν εργασία.
Με την περ.2 της παρ. 1 του άρθρου 16 του ανωτέρω νόμου, προβλέπεται εξαίρεση από την καταβολή των προσαυξημένων κατά 50% ασφαλιστικών εισφορών για τους ανωτέρω συνταξιούχους, οι οποίοι λόγω συγκεκριμένης απασχόλησης υπάγονταν σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς ή το Δημόσιο, και οι οποίοι μετά τη συνταξιοδότησή τους από έναν από τους φορείς αυτούς, συνεχίζουν χωρίς διακοπή για τη συγκεκριμένη απασχόληση υποχρεωτικά την ασφάλισή τους στον οικείο φορέα ασφάλισης. Για παράδειγμα, ιατρός του Ε.Σ.Υ. που ασφαλίστηκε μέχρι 31- 12-1992 (υπάγεται στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΤΣΑΥ Μετά τη συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο, συνεχίζει χωρίς διακοπή την ασφάλισή του στο ΤΣΑΥ, χωρίς να καταβάλει προσαυξημένες ασφαλιστικές εισφορές.
3. Συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων κύριας ασφάλισης που αναλαμβάνουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται. Σύμφωνα με την περ.4 της παρ. 1 του άρ. 16 του Ν. 3863/2010 για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας φορέων κύριας ασφάλισης που αναλαμβάνουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται και κερδίζουν ανάλογα με το βαθμό της αναπηρίας τους περισσότερα από όσα κερδίζει υγιής απασχολούμενος σύμφωνα με τους γενικούς όρους αμοιβής, προβλέπεται η διακοπή της σύνταξης ή των συντάξεών τους κύριων και επικουρικών.
Όσον αφορά στον τρόπο επαναχορήγησης της σύνταξης λόγω αναπηρίας μετά τη διακοπή εξακολουθούν να ισχύουν τα αναφερόμενα στην εγκύκλιο 3/2001.
Β. Αξιοποίηση χρόνου ασφάλισης από τον απασχολούμενο συνταξιούχο.
Σύμφωνα με την περ.3 της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010 ο χρόνος ασφάλισης του απασχολούμενου συνταξιούχου αξιοποιείται είτε για την προσαύξηση της σύνταξής του είτε για θεμελίωση νέου συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί διπλοσυνταξιούχων. Επισημαίνεται ότι η αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης γίνεται πλέον σε όλες τις περιπτώσεις και όχι μόνο στην περίπτωση αναστολής της σύνταξης.
Στην περίπτωση αξιοποίησης του χρόνου ασφάλισης στο φορέα από τον οποίο ο συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη ο υπολογισμός για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης γίνεται με ποσοστό 1,714% επί των συντάξιμων αποδοχών οι οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 25πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας ή 300 ημέρες εργασίας. Όσον αφορά στην αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης που πραγματοποιείται από συνταξιούχο λόγω αναπηρίας εξακολουθούν να ισχύουν τα αναφερόμενα στην εγκύκλιο3/2001.
Γ. Δήλωση απασχόλησης - Παράλειψη υποβολής της σχετικής δήλωσης,
Σύμφωνα με την περ.5 της παρ1 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010 οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος καθώς και οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/1999, όπως ισχύει, οφείλουν να δηλώσουν την ανάληψη εργασίας ή ότι αυτοαπασχολούνται στον φορέα ή στους φορείς κύριας ασφάλισης από όπου συνταξιοδοτούνται.
Στην περίπτωση παράλειψης της δήλωσης εκ μέρους του συνταξιούχου προβλέπεται καταλογισμός του ποσού των συντάξεων που έλαβε κατά το διάστημα που εργάστηκε ή αυτοαπασχολήθηκε και επιβάλλεται πρόστιμο επί του καταλογισθέντος ποσού, ίσο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Το καταλογιζόμενο ποσό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από δύο μηνιαίες συντάξεις ακόμα και στην περίπτωση που το διάστημα εργασίας ή απασχόλησης είναι μικρότερο.
Δ. Εξαιρούμενα από τη ρύθμιση πρόσωπα.
Σύμφωνα με την περ. 6 της παρ.1 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010 οι διατάξεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/99, όπως ισχύει, δεν έχουν εφαρμογή:
Α) στον επιζώντα των συζύγων
Β) στους συνταξιούχους του ΟΓΑ
Γ) στους πολύτεκνους των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή και έως τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία.
Δ) στα πρόσωπα για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις των Καν.( ΕΟΚ 1408/71 και 574/72 και των διμερών συμβάσεων εργασίας
Ε) στα πρόσωπα που συνταξιοδοτήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 6-9 του Ν. 3185/2003 (ιπτάμενοι χειριστές καθώς και ιπτάμενοι συνοδοί και φροντιστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας) μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους.
Ε. Καταργούμενες διατάξεις
Σύμφωνα με την περ. 7 της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010, διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν διαφορετικά το θέμα της απασχόλησης συνταξιούχων καταργούνται. Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις της παρ.14 του άρθρου 8 του Ν. 2592/99 εξακολουθούν να ισχύουν (συνταξιούχοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα που συνεχίζουν να εργάζονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα).
ΣΤ. Έναρξη ισχύος
Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010, οι ανωτέρω ρυθμίσεις ισχύουν για τους συνταξιούχους οι οποίοι αναλαμβάνουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται ή διορίζονται σε θέσεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010 από 15-7-2010 και εξής. Για τους συνταξιούχους οι οποίοι ήδη είχαν αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχολούνταν ή είχαν διοριστεί σε θέσεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010, και δεν καταλαμβάνονταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/99, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 14-7-2010, οι ανωτέρω ρυθμίσεις θα εφαρμόζονται από 1-1-2013, ενώ για τους συνταξιούχους οι οποίοι ήδη είχαν αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχολούνταν και καταλαμβάνονταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/99, όπως ίσχυε μέχρι την 14-7-2010, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προϊσχύον καθεστώς μέχρι την 31-12-2012, ενώ οι ανωτέρω ρυθμίσεις θα εφαρμόζονται από 1-1-2013 καταργουμένης κάθε άλλης αντίθετης διάταξης.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Στο 20% του ΑΕΠ η αδήλωτη εργασία στερώντας από τα Ταμεία έσοδα ύψους 6 δισ. ευρώ περίπου κάθε χρόνο.


Το εργασιακό τράφικινγκ αλλά και η αδήλωτη εργασία είναι ένας από τους βασικούς μοχλούς της παραοικονομίας και παρουσιάζουν πανευρωπαϊκή έξαρση.
Όπως αποκαλύπτει αξιόπιστη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 20% του ΑΕΠ και είναι η δεύτερη ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ.
Στην Ελλάδα, η καταπολέμηση του Human Trafficking (ΤΗΒ) συνδέεται με την καλύτερη διαχείριση των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που δέχεται η Ε.Ε. εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η οποία εντείνει το πρόβλημα της οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευση αλλοδαπών.
Σύμφωνα με τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τα μικτά κλιμάκια ΣΕΠΕ - ΕΥΠΕΑ το 2010 σε 27.538 επιχειρήσεις, ο αριθμός των εργαζομένων είναι 77.666 και ο αριθμός των ανασφάλιστων εργαζομένων είναι 19.435. Από τους 19.435 οι 6.687 είναι αλλοδαποί και αντιπροσωπεύουν το 31,54% σε σχέση με τον αριθμό των αλλοδαπών εργαζομένων που αντιστοιχεί στις 21.119 για τις επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν οι έλεγχοι.

Τη μεγάλη έκταση της αδήλωτης εργασίας και τα μέτρα που σχεδιάζει το υπουργείο Εργασίας, παρουσίασε χθες ο ειδικός γραμματέας του ΣΕΠΕ Μ. Χάλαρης σε μιλώντας στη Συνάντηση Εργασίας για την Εμπορία Ανθρώπων και την Εργασιακή Εκμετάλλευση στην Ελλάδα και την Κύπρο, που διοργανώθηκε από το Κέντρο Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων Μεταναστών.
Όπως προκύπτει από τους δειγματοληπτικούς ελέγχους που πραγματοποίησε το 2010 το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας μόλις στο 3% των επιχειρήσεων, το 31,54% των αλλοδαπών και το 22,58% των Ελλήνων απασχολούνται χωρίς ασφάλιση (σε 77.666 εργαζόμενους, οι 19.435 ήταν αδήλωτοι και από αυτούς οι 6.687 αλλοδαποί και οι 12.748 Έλληνες). Η πλειοψηφία των αδήλωτων, ανήκει σε «ευάλωτες» κοινωνικές ομάδες.
Tα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί το φαινόμενο του εργασιακού trafficking. Αυτό αναγκάζει το Σ.ΕΠ.Ε. να εντείνει τους ελέγχους σε κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας όπου είναι πιθανό να υπάρχουν θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης (τεχνικά - οικοδομικά έργα, γραφεία ευρέσεως εργασίας, νυχτερινά κέντρα κ.τ.λ.).
Ο κ. Χάλαρης προανήγγειλε την αναβάθμιση του επιχειρησιακού έργου του ΣΕΠΕ (σε συνεργασία με τις διωκτικές αρχές) μέσα από το νομοσχέδιο που πρόκειται να καταθέσει στη Βουλή η ηγεσία του υπουργείου και στοχοθέτηση των ελέγχων σε κλάδους που παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά ανασφάλιστων (νυχτερινά κέντρα, μπαρ κ.ά.).
Τέλος τόνισε, ότι το υπουργείο Εργασίας, αποφασισμένο να συμβάλει στη μείωση του φαινομένου, αναλαμβάνει νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε μετανάστες, αλλά και αυστηρές κυρώσεις σε εργοδότες που απασχολούν προσωπικό με μαύρη εργασία.

Παραιτήθηκε ο πρόεδρος των εργαζομένων στην ΕΘΕΛ - ΟΑΣΑ

Παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Συνδικάτου εργαζομένων ΕΘΕΛ - ΟΑΣΑ ο συνδικαλιστής της ΠΑΣΚΕ κ. Ν. Κουλουμπαρίτσης. Προηγήθηκε η αντικατάστασή του από τον κ. Μ. Λιαγούρη στη θέση του γραμματέα της ΠΑΣΚΕ που κατείχε μέχρι προχθές, οπότε και καθαιρέθηκε σε απλό μέλος της παράταξης. Σε ανακοίνωσή του χαρακτηρίζει «πραξικοπηματική» την αντικατάστασή του, αφού σύμφωνα και με το καταστατικό της ΠΑΣΚΕ «ο έχων την πρώτη ευθύνη είναι ο εκάστοτε γραμματέας της παράταξης».
Δεν παραλείπει, μάλιστα, να συνδέσει την απομάκρυνσή του με τη δυσαρέσκεια που προκάλεσε προσπαθώντας «για τη διατήρηση της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας των αποφάσεων που παίρνουν οι εργαζόμενοι μακριά από κυβερνητισμούς». Με αναφορές δε σε «απεργοσπαστικό μηχανισμό που επιχείρησαν να στήσουν διοίκηση, υπουργείο και κάποιοι παράγοντες» δηλώνει ότι δεν μπορεί να δεχθεί να είναι υποχείριο. Η κρίση στην παράταξη της ΠΑΣΚΕ - ΕΘΕΛ δεν είναι βέβαιο ότι θα μεταβάλει και τη γραμμή πλεύσης του συνδικάτου, αφού η παράταξη του κ. Κουλουμπαρίτση δεν έχει την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιό του.

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Η ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΑΜΟΙΒΗΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΩΝ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ (ΔΑ 5/2011 Π.Κ. 3/14-2-2011)


Κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης η υπ΄αριθμ. 5/2011 (Πράξη κατάθεσης 3/14-2-2011) διαιτητική απόφαση  για τους όρους αμοιβής και εργασίας των καθηγητών στα κέντρα ξένων γλωσσών όλης της χώρας και η οποία δεσμεύει τα μέλη των:
1. Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (Ο.Ι.Ε.Λ.Ε.), Χαλκοκονδύλη 13, 104 32 Αθήνα.
2. Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών (PALSO), Ακαδημίας και Λυκαβηττού 2, Αθήνα.
3. Ομοσπονδία Συλλόγων Φροντιστών Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης Ελλάδος, Πρεβέζης 87, Αθήνα.
4. Πανελλήνιο Σύνδεσμο Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών, Ακαδημίας 98, 106 77 Αθήνα.
Για το έτος 2011 δεν προβλέπει αύξηση αποδοχών ή μη μόνο από 01.07.2011 ο βασικός μηνιαίος μισθός και το βασικό ωρομίσθιο αυξάνονται κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό της ετήσιας μεταβολής του ευρωπαϊκού πληθωρισμού για το έτος 2010.

Το πλήρες κείμενο έχει ως εξής:

ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ : 5/2011 - Π.Κ. 3/14-2-2011
Με αίτηση της προς τον Ο.ΜΕ.Δ. η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος ζήτησε στις 20.12.2010 την παροχή υπηρεσιών διαιτησίας, επειδή αποδέχθηκε την πρόταση Μεσολάβησης, η οποία απορρίφθηκε από τις εργοδοτικές οργανώσεις, ώστε να υπάρξει και για το 2010 συλλογική ρύθμιση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των καθηγητών στα κέντρα ξένων γλωσσών όλης της χώρας.
   1. Στις 5.01.2011 και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του Ν. 1876/1990 και από τον Κανονισμό Καταστάσεως Μεσολαβητών – Διαιτητών επιλέχθηκα με κλήρωση για να επιλύσω την ανωτέρω συλλογική διαφορά εργασίας.
   2. Στις 10.0.2011 ανέλαβα τα καθήκοντα μου ως Διαιτητής και απέστειλα πρόσκληση προς τα μέρη. Στη συνάντηση της 31ης Ιανουαρίου 2011 παρέστησαν με εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών και ανέπτυξαν τις απόψεις τους. Οι λοιπές εργοδοτικές οργανώσεις δεν παρέστησαν
   3. Αφού έλαβα υπόψη:
Ότι η προσφυγή στη Διαιτησία νόμιμα έγινε μονομερώς από την εργατική πλευρά, η οποία απεδέχθη την πρόταση του Μεσολαβητή που απέρριψε η εργοδοτική πλευρά.
Την από 27.9.2010 έγγραφη καταγγελία των προηγούμενων συλλογικών ρυθμίσεων (ΣΣΕ και Δ.Α.) με πρόσκληση προς την εργοδοτική πλευρά για έναρξη διαπραγματεύσεων με σκοπό την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας.
Ότι η καταγγελία κοινοποιήθηκε στην εργοδοτική πλευρά και στο Υπουργείο Εργασίας και αναφέρει τα προς διαπραγμάτευση θέματα.
Τα αιτήματα της εργατικής πλευράς, όπως αυτά εκφράσθηκαν στο κείμενο της καταγγελίας – πρόσκλησης σε διαπραγματεύσεις, στο στάδιο της διαιτησίας και στο στάδιο της μεσολάβησης.
Τις θέσεις της εργοδοτικής πλευράς που εκφράσθηκαν τόσο στο στάδιο της διαιτησίας, όσο και στο στάδιο της μεσολάβησης και στο σχετικό υπόμνημά της.
Τις διατάξεις του ν. 3871/2010 και του ν. 3899/2010
Το ύψος του πληθωρισμού όπως έχει διαμορφωθεί για το έτος 2010 και τον αναμενόμενο για το έτος 2011
Τα λεχθέντα κατά τη διάρκεια της μιας κοινής συναντήσεως
Το υπόμνημα της εργατικής πλευράς
Τη με αριθμό 2190/2010 πρόταση του μεσολαβητή Μ. Σταμπουλή
Όλα τα υπόλοιπα έγραφα του φακέλου.
4. Κατέληξα στην ακόλουθη απόφαση
Για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των καθηγητών ξένων γλωσσών που εργάζονται στα κέντρα ξένων γλωσσών όλης της χώρας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
Στους όρους της παρούσας υπάγονται οι καθηγητές ξένων γλωσσών, που εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στα κέντρα ξένων γλωσσών όλης της χώρας.
Άρθρο 2
Καθορισμός βασικού μισθού και ωρομισθίου
Ο βασικός μηνιαίος μισθός και το βασικό ωρομίσθιο, των υπαγομένων στην παρούσα όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση την από 18-12-2009 Σ.Σ.Ε. (Π.Κ. Υπ. Εργασίας & Κοιν. Ασφάλισης 61/28-12-2009) και την Διαιτητική Απόφαση 58/2009 (Π.Κ. Υπ. Εργασίας & Κοιν. Ασφάλισης 36/31-12-2009), διατηρούνται στο ίδιο ύψος δηλαδή στο ποσό των 683,78 Ευρώ και των 9,48 Ευρώ αντίστοιχα μέχρι 30.06.2011. Από 01.07.2011 ο βασικός μηνιαίος μισθός και το βασικό ωρομίσθιο αυξάνονται κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό της ετήσιας μεταβολής του ευρωπαϊκού πληθωρισμού για το έτος 2010. Ως «ευρωπαϊκός πληθωρισμός» νοείται το ποσοστό μέσης ετήσιας μεταβολής έναντι του προηγούμενου έτους του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της Ευρωζώνης όπως αυτός ανακοινώνεται από την Eurostat.
Άρθρο 3
Τελικές Διατάξεις
1.    Αποδοχές ανώτερες από αυτές που καθορίζει η παρούσα ρύθμιση ή τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που προβλέπονται από Νόμους, Διατάγματα, Συλλογικές Ρυθμίσεις, Υπουργικές Αποφάσεις, ατομικές συμβάσεις εργασίας, εσωτερικούς κανονισμούς, έθιμα, ως επίσης και από την ΕΓΣΣΕ δεν θίγονται από τις διατάξεις της  παρούσας.
2.    Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν η από 18-12-2009 Σ.Σ.Ε. και η 58/2009 Δ.Α., που αφορούν στο ίδιο πεδίο εφαρμογής κατά το μέρος που δεν τροποποιούνται με την παρούσα.
3.    Η ισχύς των όρων της παρούσας αυτής αρχίζει από 27-9-2010 και είναι αόριστης διάρκειας.

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Αντίθετη εισήγηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ιωάννη Τέντε, για το θέμα του συνδικαλισμού στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Αντίθετη εισήγηση με αυτήν του εισηγητή της υπόθεσης στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου Χαράλαμπο Ανδρεάδη, υπέβαλλε το πρωί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τέντες, για το θέμα του συνδικαλισμού στις Ένοπλες Δυνάμεις. 
Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός προέβη σε μια ενέργεια μη συνήθη για τη δικαστηριακή πρακτική, προτείνοντας αντίθετα με τον συνάδελφό του, να μην επιτρέπεται ο συνδικαλισμός στις Ένοπλες Δυνάμεις και να απορροφηθεί ως αβάσιμη η αναίρεση ομάδας αξιωματικών που ζητούσε να συσταθεί συνδικαλιστικό σωματείο στις ένοπλες δυνάμεις.
Ο κ. Τέντες τόνισε ότι ο συνδικαλισμός με βάση τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των αξιωματικών υπόκειται σε περιορισμούς, καθώς η χωρίς επιφύλαξη αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος θέτει σε κίνδυνο την έννοια της στρατιωτικής πειθαρχίας. 
Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια μετά την απόφαση του Δ΄ τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο έκρινε ότι λόγω των κρίσιμων νομικών θεμάτων που άπτονται της συνδικαλιστικής δράσης των στρατιωτικών, πρέπει να αποφανθεί οριστικά η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου.

Πριν από την ολομέλεια έχουν αποφανθεί για το θέμα τόσο το Πρωτοδικείο της Αθήνας, όσο και το Εφετείο, με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αποφάσεις. Το Εφετείο πριν από δύο χρόνια ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, με το σκεπτικό ότι κάθε προοπτική συνδικαλισμού των αξιωματικών είναι αντισυνταγματική, απορρίπτοντας παράλληλα το αίτημα ίδρυσης σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων".
Τότε οι αξιωματικοί προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο υποστηρίζοντας τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της συνδικαλιστικής ελευθερίας και της δημιουργίας ένωσης προσώπων (το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι). Το Δ΄ τμήμα, παρά την αρνητική εισήγηση του αρεοπαγίτη Ελ. Μάλλιου που ταυτίστηκε πλήρως με την εφετειακή απόφαση κατά της συνδικαλιστικής δράσης, δεν απέρριψε την αναίρεση των αξιωματικών, άλλα έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια.
Όταν εκδόθηκε το 2005 η πρωτόδικη απόφαση "σταθμός" που αναγνώρισε το καταστατικό του σωματείου και το δικαίωμα συνδικαλιστικής δράσης, η Εισαγγελία Πρωτοδικών παρενέβη άμεσα ασκώντας έφεση, με το σκεπτικό ότι το Σύνταγμα δεν επιτρέπει οποιαδήποτε συνδικαλιστική δράση για τους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας που αποτελεί θεμέλιο της στρατιωτικής οργάνωσης.

Ο Αρεοπαγίτης κ. Χαράλαμπος Ανδρεάδης στην εισήγηση του 
τόνισε ότι σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τα ατομικά δικαιώματα της συνενώσεως και της συνδικαλιστικής ελευθερίας απολαμβάνουν και οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις. Και μάλιστα χωρίς η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να εξαρτάται από οποιαδήποτε άδεια ή την έκδοση σχετικού νόμου.
«...Του ατομικού δικαιώματος της συνενώσεως και της συνδικαλιστικής ελευθερίας απολαμβάνουν, αδιακρίτως, όλοι οι Έλληνες πολίτες, μεταξύ δε αυτών και οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίοι τελούν σε ηθελημένη ειδική σχέση εξουσιάσεως προς το κράτος και σε ειδικό καθεστώς πειθαρχίας, μη συναγομένου του αντίθετου ούτε εκ του γράμματος, ούτε εκ του πνεύματος των συνταγματικών διατάξεων και της διατάξεως του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Η αρχή άλλωστε της ισότητος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος επιβάλλει στον νομοθέτη να μην δημιουργεί ρήγματα στην καθολικότητα των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκτός εάν το ίδιο το Σύνταγμα εισήγαγε προσόντα προς άσκηση κάποιου δικαιώματος ή εάν η εις βάρος κάποιου αναστολή ή στέρηση κάποιου ατομικού δικαιώματος επιτρέπεται.
Το αντίθετο, η αναγνώριση δηλαδή της δυνατότητας να εισάγονται γενικές εξαιρέσεις από το νομοθέτη εκεί όπου το Σύνταγμα δεν διακρίνει ή απλώς σιωπά θα άφηνε, κατ΄ ουσίαν, ελεύθερο το πεδίο για την αναβίωση αυθαιρέτων διακρίσεων ενώπιον του νόμου και τη δημιουργία πολιτών ιδιαίτερων τάξεων, ομάδων ή κατηγοριών.
Οι υπηρετούντες δε στις Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποτελούν ειδική κατηγορία ελλήνων πολιτών, κείμενοι εκτός του πεδίου των επιμέρους εγγυήσεων των συνταγματικών δικαιωμάτων, οι δε διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες δεν προβλέπουν ρητώς εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής τους, ούτε μπορεί να ισχύσει γι΄ αυτούς ένα τεκμήριο διαφοροποιήσεως ως προς την απόλαυση όλων, ανεξαιρέτως, των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα για όλους τους Έλληνες ανεξαρτήτως φύλου, επαγγέλματος, κοινωνικής ή οικονομικής τάξεως, υπό την έννοια ότι αυτοί έχουν μόνο όσα δικαιώματα που ρητώς τους απονέμει η ισχύουσα συνταγματική τάξη και οι κείμενοι νόμοι. Αντιθέτως, αυτοί κατά τεκμήριο έχουν όλα τα δικαιώματα που έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες με τους, κατά το Σύνταγμα, θεμιτούς περιορισμούς, που μπορούν να επιβληθούν».

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Ευελιξία για υποχώρηση 25% του μισθολογικού κόστους


Mε δεδομένη πλέον την αποφυγή κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας η κυβέρνηση αναμένεται να προχωρήσει σε νέα νομοθετική παρέμβαση, προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις και με βασικό στόχο τη μείωση κατά 25% του μισθολογικού κόστους. Στο ζήτημα αυτό επέμεινε ιδιαίτερα η τρόικα κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, για την επικαιροποίηση του μνημονίου που έκλεισε προχθές.
Οι παρεμβάσεις θα επικεντρωθούν στην ελαστικοποίηση του ωραρίου, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν χωρίς τη συναίνεση των συνδικάτων να μεταβάλλουν το ωράριο εργασίας έως και 12 ώρες, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης, αλλά και στη σύναψη επαναλαμβανόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου.
Όσον αφορά τις επιχειρησιακές συμβάσεις, με τη σύμφωνη γνώμη της τρόικας δόθηκε εξάμηνη παράταση, ώστε να υπάρξει ευρεία εφαρμογή τους, με στόχο οι μισθοί να εναρμονιστούν με την παραγωγικότητα. Για τις εξελίξεις και τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων η ηγεσία του Yπουργείου Εργασίας θα πρέπει να υποβάλει έκθεση αξιολόγησης μέχρι τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Και η ανεργία τραβάει την ανηφόρα…

Στο 13,9% ανήλθε το ποσοστό της ανεργίας τον Νοέμβριο του 2010, από 10,6% που ήταν το αντίστοιχο μήνα του 2009 και από 13,5% τον Οκτώβριο του 2010.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι άνεργοι αυξήθηκαν μέσα σ' έναν χρόνο κατά 160.624 άτομα, με τον συνολικό αριθμό τους να ανέρχεται πλέον σε 692.577.
Ενδεικτικό της ανησυχητικής πορείας της ανεργίας είναι το γεγονός ότι μόνο μέσα σ' ένα μήνα, 62.000 άνθρωποι στη χώρα μας έχασαν τις δουλειές τους.
Η ανεργία πλήττει κυρίως νέους των ηλικιών 15-24 (ποσοστό ανεργίας 35,6%) και 25-34 (ποσοστό ανεργίας 17,9%) και τις γυναίκες (ποσοστό ανεργίας 17%).
Σε επίπεδο περιφέρειας, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (16,2%), στα Νησιά του Ιονίου (16,2%) και στη Δυτική Μακεδονία (15,4%).

Σημειώνεται ότι οι δανειστές μας έχουν προβλέψει ότι η ανεργία το 2011 θα φτάσει στο 14,5% στην Ελλάδα, ενώ το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ μιλά για ποσοστό που θα ξεπεράσει το 20%! 

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Αυστηρές συστάσεις από την τρόικα για μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας

Μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας και περαιτέρω διευκόλυνση των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων ζήτησαν οι εκπρόσωποι της τρόικας κατά τη συνάντησή τους με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας. 

Μάλιστα, στο πλαίσιο της προσπάθειας για άρση κάθε εμποδίου και καθυστέρησης στην εφαρμογή των επιχειρησιακών συμβάσεων ζήτησαν να ενημερωθούν αναλυτικά για την ταχύτητα της εφαρμογής τους, για τις προβλέψεις του νόμου σε ό,τι αφορά την εκπροσώπηση των εργαζομένων για την κατάρτιση επιχειρησιακών συμβάσεων και για τον ρόλο των γνωμοδοτήσεων από τα θεσμοθετημένα όργανα, όπως του ΣΕΠΕ. 

Η υπουργός Εργασίας ενημέρωσε για το περιεχόμενο της απλής γνωμοδότησης του ΣΕΠΕ, ενώ ενημέρωσε ότι ζήτησε από το υπουργείο Δικαιοσύνης επιτάχυνση των δικονομικών διαδικασιών σύστασης συνδικαλιστικών οργανώσεων, που σήμερα απαιτεί περίπου οκτώ μήνες. 

Προς το παρόν οι επικεφαλής της τρόικας δεν ζήτησαν νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, αλλά το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και θα επανέλθουν στην επόμενη συνάντηση μετά από τρεις μήνες.

Στελέχη του υπουργείου επανέλαβαν από την πλευρά τους ότι οι νόμοι που έχουν ψηφισθεί επαρκούν και αυτό θα αποδειχθεί όταν αρχίσει η πλήρης εφαρμογής τους.

Ανησυχία εκφράστηκε από την τρόικα και σε ό,τι άφορα την επέκταση της κλαδικών συλλογικών συμβάσεων σε όσους δεν εκπροσωπούνται στις διαπραγματεύσεις. 
Για το θέμα αυτό το υπουργείο διαβεβαίωσε οτι θα θεσπισθούν αντικειμενικά κριτήρια που θα προβλέπουν ποιές περιπτώσεις κλαδικών συμβάσεων θα επεκτείνονται. Σύμφωνα με πληροφορίες δεν θα επεκτείνονται κλαδικές συμβάσεις που προβλέπουν αυξήσεις πολύ πάνω από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Σχετική σύγκλιση απόψεων υπήρξε σε ότι αφορά τις εξελίξεις και την πορεία των μεταρρυθμίσεων στο Ασφαλιστικό με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στις επικουρικές συντάξεις.

Πηγή: Βήμα

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Συνταξιοδοτείται ο πρώτος πατέρας ανήλικων τέκνων


Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποχρεώθηκε με τελεσίδικη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης να κάνει δεκτό το αρχικό αίτημά του για χορήγηση σύνταξης με τους όρους που ισχύουν για τις γυναίκες με ανήλικα παιδιά, ακόμη και όταν ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος θέλησε να το αποσύρει. Αυτό ανοίγει το δρόμο και σε άλλους πατέρες να βγουν στη σύνταξη βάσει των διατάξεων που ισχύουν για τις μητέρες, εφόσον βέβαια η σύζυγός τους δεν κάνει χρήση του εν λόγω δικαιώματος.
Ο κ. Τσολογιάννης, όπως είχε γράψει στο παρελθόν η εφημερίδα «Μακεδονία», είναι παντρεμένος και έχει έξι παιδιά. Πριν από περίπου επτά χρόνια, και ενώ είχε κλείσει τα 55 του χρόνια, κατέθεσε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αίτηση συνταξιοδότησης, ζητώντας να λάβει σύνταξη γήρατος βάσει των διατάξεων του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951, που ίσχυε για τις μητέρες οι οποίες είχαν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και είχαν 5.500 ένσημα. Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ απέρριψε το αίτημά του, με την αιτιολογία ότι ο νόμος αφορά αποκλειστικά τις μητέρες, και ο κ. Τσολογιάννης κατέφυγε στην ελληνική δικαιοσύνη, ζητώντας ως πατέρας να έχει ίδια ασφαλιστικά δικαιώματα με τις μητέρες.

Η αρχή της ισότητας
«Εγώ τότε είχα 7.608 ένσημα και πέντε από τα έξι παιδιά μου ήταν ανήλικα», εξηγεί στη «Θ» ο Οδυσσέας Τσολογιάννης και συμπληρώνει: «Ζήτησα επικουρικά να εφαρμοστούν στην περίπτωσή μου και τα άρθρα 4 και 7 του νόμου 3029/2002, του λεγόμενου νόμου Ρέππα». Σύμφωνα με αυτά αναγνωριζόταν στις μητέρες πλασματικός χρόνος ασφάλισης πέντε χρόνων για τα ανήλικα τέκνα που γεννήθηκαν μετά τη 1.1.2003, ενώ τα παιδιά του κ. Τσολογιάννη είχαν γεννηθεί όλα νωρίτερα από αυτήν την ημερομηνία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 2007, το διοικητικό πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέτασε την πρωτότυπη αυτή υπόθεση και δικαίωσε τον πολύτεκνο πατέρα. Με την υπ’ αριθμόν 2889 απόφασή του ανέπεμψε την υπόθεσή του στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ζητώντας επί της ουσίας να του χορηγηθεί σύνταξη γήρατος βάσει του άρθρου 28, παρ. 5, εδ. δ’ του α.ν. 1846/1951, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις. Ωστόσο το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αρνήθηκε να συμμορφωθεί και έκανε έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε το Φεβρουάριο του 2010. Στο εφετείο ο ενδιαφερόμενος Οδυσσέας Τσολογιάννης ζήτησε από το δικαστήριο να απορρίψει την πρωτόδικη απόφαση, κάτι που ζητούσε και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για άλλους λόγους. «Από την ημέρα της προσφυγής μου πέρασαν πολλά χρόνια και εγώ συνέχιζα να εργάζομαι για την επιβίωση της οικογένειάς μου. Έτσι έφτασα στην ηλικία των 62 χρόνων, οπότε στο τέλος του 2010 θα συμπλήρωνα τα απαιτούμενα 10.000 ένσημα και θα μπορούσα να πάρω πλήρη σύνταξη γήρατος», μας εξηγεί για την αλλαγή στάσης του. Ωστόσο, όταν απευθύνθηκε στη διεύθυνση συντάξεων του ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, για να λάβει πληροφορίες σχετικά με τη συνταξιοδότησή του, τον ενημέρωσαν ότι ειδικά αυτός θα βγει στη σύνταξη όχι βάσει του ισχύοντος ασφαλιστικού νόμου αλλά της πρωτόδικης απόφασης της υπόθεσής του, δηλαδή ως πατέρας ανήλικων τέκνων. Έτσι έγινε ο πρώτος άνδρας που βγαίνει στη σύνταξη με τους όρους που ισχύουν για τις γυναίκες.

Τελεσίδικα αντισυνταγματικός ο νόμος
Το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε αντισυνταγματικό το σχετικό νόμο, διότι αντιβαίνει στην αρχή ισότητας των δύο φύλων και στο άρθρο 4 του συντάγματος, που ορίζει: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις…». «Το δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 5 εδ. Δ’ του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε κατά μέρος που ευνοεί μόνο τις ασφαλισμένες μητέρες με ανήλικα παιδιά, είναι αντισυνταγματική ως αντίθετη στην ισότητα των φύλων και επομένως πρέπει να εφαρμοστεί και στους ασφαλισμένους πατέρες με ανήλικα παιδιά», αναφέρει μεταξύ άλλων το σκεπτικό της απόφασης και μιλά για «διάκριση βάσει του φύλου». Το εφετείο δεν εξέτασε καν το αίτημα του κ. Τσολογιάννη να μην ισχύσει η πρωτόδικη απόφαση για την υπόθεσή του, την οποία υιοθέτησε πλήρως. Έτσι έκρινε ότι το διοικητικό πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην περίπτωση του κ. Τσολογιάννη «ορθώς ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων με την κρινόμενη έφεση ως αβάσιμων» και απέρριψε την έφεση που άσκησε στην πρωτόδικη απόφαση το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Δεν απαιτείται η πλήρης γονική μέριμνα
Μάλιστα ξεκαθαρίζει ότι οι πατέρες έχουν ίσα συνταξιοδοτικά δικαιώματα με τις μητέρες, «ανεξαρτήτως του εάν ο πατέρας έχει και την αποκλειστική γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του, δεδομένου ότι τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται από το νόμο». Ο Οδυσσέας Τσολογιάννης με το δικαστικό αγώνα του κατέρριψε πρώτος στην πράξη ως αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις του ασφαλιστικού που μεταχειρίζονται διαφορετικά τις γυναίκες και άνδρες ασφαλισμένους. Στο επόμενο δίμηνο θα λάβει την πρώτη σύνταξή του ως πατέρας ανήλικων τέκνων, δικαίωμα που βάσει των αποφάσεων της δικαιοσύνης θα έπρεπε να του είχε αποδοθεί από το 2004…

Πηγή: makthes.gr

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Την 1η Ιουλίου ξεκινά η εγκατάσταση στους χώρους εργασίας των επιχειρήσεων του ηλεκτρονικού συστήματος (κάρτα εργασίας), που προβλέπεται στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Εργασίας για την αναμόρφωση και ενίσχυση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Το σύστημα θα χρησιμοποιείται για την καταγραφή και τον έλεγχο της προσέλευσης, του χρόνου εργασίας και της αποχώρησης των εργαζομένων και η κάρτα εργασίας θα συνδέεται μέσω της κοινής ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τις υπηρεσίες του ΙΚΑ, του ΣΕΠΕ και του ΟΑΕΔ. 
Η πλατφόρμα αυτή θα χρησιμοποιείται και για την επικοινωνία με τις επιχειρήσεις, την καταγραφή και διαχείριση πληροφοριών και δεδομένων.
Στις επιχειρήσεις, οι οποίες θα εγκαταστήσουν το σύστημα αυτό στους χώρους εργασίας τους και θα καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές εισφορές, όπως και στους εργαζομένους τους, θα παρέχεται έκπτωση 10% επί των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών. 
Αντιθέτως, σε επιχειρήσεις που εντάσσονται στο σύστημα χωρίς να το χρησιμοποιούν, θα καταργείται η έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών και θα επιβάλλεται πρόστιμο 800 ευρώ για κάθε παρανόμως απασχολούμενο μισθωτό (400 στον εργοδότη και 400 στον εργαζόμενο, το οποίο θα καταβάλλεται εξολοκλήρου από τον εργοδότη).
Με την εγκατάσταση της ηλεκτρονικής κάρτας εργασίας, το Υπουργείο Εργασίας, αποσκοπεί στον αποτελεσματικό έλεγχο της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής, ενώ όφελος θα έχουν οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι από την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και των γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο εκτιμάται ότι διευκολύνει και το έργο των επιθεωρητών εργασίας που θα πρέπει απλώς να βεβαιώνουν πως τα στοιχεία επαληθεύονται.

Ενίσχυση του ΣΕΠΕ
Οι υπόλοιπες διατάξεις του νομοσχεδίου στοχεύουν στην ενίσχυση του έργου του ΣΕΠΕ, δίνοντας στο Σώμα διοικητική ανεξαρτησία και οικονομική αυτοτέλεια και καθιστώντας το πιο ευέλικτο.
Μέχρι σήμερα, όταν οι επιθεωρητές εργασίας, εντόπιζαν την αδήλωτη εργασία και ενημέρωναν τον ασφαλιστικό φορέα. Με τις προβλέψεις του νομοσχεδίου, η επιθεώρηση εργασίας θα επιβάλλει η ίδια τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις.
Λαμβάνεται πρόνοια για την αντικειμενικοποίηση του έργου των επιθεωρητών. Εισάγεται η τυποποίηση των εντύπων ελέγχου, η διασταύρωση με τις καταγγελίες, και ο επανέλεγχος ενώ προβλέπεται η πειθαρχική δίωξη του επιθεωρητή που ασκεί πλημμελώς το ελεγκτικό του έργο. 
Παράλληλα, τα πρόστιμα προσανατολίζονται περισσότερο στην αποκατάσταση της βλάβης που προκαλεί η παραβατική συμπεριφορά του εργοδότη παρά σε «τιμωρητικού» και εισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα. Για παράδειγμα, εάν ο παραβάτης εργοδότης αποδώσει, έστω και μετά τη βεβαίωση του προστίμου, τα δεδουλευμένα στους εργαζομένους του, προβλέπεται σημαντική έκπτωση από το πρόστιμο.
Δημιουργείται ομάδα άμεσης επέμβασης, με στόχο να περιοριστεί ο χρόνος ανάμεσα στην υποβολή της καταγγελίας και την εξέτασή της, ενώ προβλέπεται η εξαίρεση των υπηρεσιακών οχημάτων του ΣΕΠΕ από την υποχρέωση να φέρουν τα ειδικά διακριτικά των κρατικών οχημάτων, ώστε να μην στοχοποιούνται οι επιθεωρητές. Ακόμη, γίνεται περισσότερο ευέλικτος και πιο οικονομικός ο τρόπος βεβαίωσης και επίδοσης των προστίμων.
Συγκροτείται Γραφείο Ενημέρωσης, Υποδοχής, Αξιολόγησης και Διαχείρισης Καταγγελιών, υπαγόμενο απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα, στο οποίο προΐσταται Ειδικός Επιθεωρητής Εργασίας. Έργο του είναι η ενημέρωση εργοδοτών και εργαζομένων, η υποδοχή και αξιολόγηση των καταγγελιών και η εσωτερική διαβίβασή τους στις αρμόδιες περιφερειακές υπηρεσίες ή στην Ειδική Ομάδα Άμεσης Επέμβασης.
Θεσμοθετείται η συμφιλιωτική διαδικασία, η οποία μέχρι σήμερα είχε άτυπο χαρακτήρα. Στο εξής το ΣΕΠΕ, μπορεί να παρεμβαίνει συμφιλιωτικά, εφόσον ζητηθεί, ή συμβουλευτικά για τη διεξαγωγή συλλογικών διαπραγματεύσεων να κυρώνει, να εγκρίνει ή να απορρίπτει τους εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας των επιχειρήσεων και να εκδικάζει εφέσεις ποινών που επιβάλλονται από τους εργοδότες.
Αναβαθμίζεται η θέση και ο ρόλος του Επιθεωρητή Εργασίας με την παροχή πλήρους εκπαίδευσης και κατάρτισης ελεγκτικού, συμφιλιωτικού και ενημερωτικού φορέα, ενώ προβλέπεται η αύξηση του προσωπικού του ΣΕΠΕ.
Αλλαγές υπάρχουν και στη διοικητική πυραμίδα του ΣΕΠΕ, στην οποία συστήνονται δύο θέσεις γενικών επιθεωρητών, δημιουργείται διοικητικό σχήμα συντονισμού των κοινωνικών και τεχνικών διευθύνσεων, συνδέονται οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Επιθεώρησης με τον ΚΕΠΕΚ, και συμπτύσσονται περίπου στο μισό οι τελικές περιφερειακές διευθύνσεις με στόχο μεγαλύτερη ευελιξία και εξοικονόμηση δαπανών.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας προσδοκά ότι με τις αλλαγές θα μειωθεί στο 1/3 του προβλεπόμενου χρόνου για να ελεγχθούν όλες οι επιχειρήσεις ανά την Ελλάδα από επιθεωρητές εργασιακών σχέσεων και στο 1/4 από επιθεωρητές ασφάλειας και υγείας.
Με τα σημερινά δεδομένα, προκειμένου να ελεγχθούν όλες οι επιχειρήσεις για θέματα εργασίας στη χώρα, υπολογίζεται ότι χρειάζονται περί τα 31 έτη και σε θέματα ασφάλειας και υγείας περί τα 42 έτη. Στόχος είναι, με τις προωθούμενες αλλαγές, ο χρόνος να συρρικνωθεί στα 10 έτη.
Παρακάτω ολόκληρο το Σχέδιο Νόμου
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΥΣΤΑΣΗ -ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 1
Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε)
Συνίσταται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Συνίσταται επίσης μία θέση μετακλητού Ειδικού Γραμματέα, ο οποίος προΐσταται του Σώματος αυτού.
Άρθρο 2
Ελεγκτική δράση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε)
1. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) έχει ως κύριο ελεγκτικό έργο:
α. Να επιθεωρεί και να ελέγχει τους χώρους εργασίας με κάθε πρόσφορο μέσο, να προβαίνει σε κάθε είδους αναγκαία εξέταση σε όλες τις επιχειρήσεις πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα και γενικότερα σε κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο εργασίας ή χώρο όπου πιθανολογείται ότι απασχολούνται εργαζόμενοι, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις, και να επιβλέπει την τήρηση και εφαρμογή:
i) των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας της σχετικής ιδίως με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή ή άλλες παροχές, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους ειδικούς όρους και συνθήκες εργασίας των ευπαθών ομάδων εργαζομένων (όπως ανήλικοι, νέοι, γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, άτομα με αναπηρία), καθώς και ειδικών κατηγοριών εργαζόμενων,
ii) των κάθε είδους συλλογικών συμβάσεων εργασίας,
iii) των διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας της σχετικής με την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, την αδήλωτη εργασία και την παράνομη απασχόληση και
iv) της νομοθεσίας για την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και στην εργασία.
β. Να ερευνά, να ανακαλύπτει, να εντοπίζει και να διώκει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, παράλληλα και ανεξάρτητα από άλλες Αρχές, τους παραβάτες των υπό στοιχεία i. έως iv. περιπτώσεων της παρ. 1.
γ. Να καταγράφει, να αξιολογεί και να αναφέρει προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής τις ελλείψεις ή τις παραλείψεις που δεν καλύπτονται από την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και τα τυχόν προβλήματα που δημιουργούνται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας Ασφάλισης και να ενημερώνει σχετικά τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
δ. Να εισέρχεται οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας στους χώρους εργασίας, όταν κρίνει αναγκαίο, χωρίς προειδοποίηση προς τον εργοδότη, και να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα τηρούμενα βιβλία, μητρώα, έγγραφα, αρχεία και κάθε άλλου είδους στοιχείο της επιχείρησης, να λαμβάνει αντίγραφα καθώς και να έχει πρόσβαση στη δομή της παραγωγικής διαδικασίας. Να προβαίνει σε δειγματοληψίες και αναλύσεις δειγμάτων από τους χώρους εργασίας, να λαμβάνει φωτογραφίες ή να μαγνητοσκοπεί και να προβαίνει σε μετρήσεις επιβλαβών φυσικών, χημικών και βιολογικών παραγόντων στο περιβάλλον εργασίας, με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. Στον εργοδότη που αρνείται την κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσβαση ή την παροχή στοιχείων ή πληροφοριών ή παρέχει ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις της περ. α' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου, όπως ισχύουν κάθε φορά.
ε. Να ερευνά τα αίτια και τις συνθήκες εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, να προτείνει μέτρα για την πρόληψή τους, να συντάσσει σχετικές εκθέσεις με επισήμανση των παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας που εμπλέκονται σε αυτά και σχετίζονται με την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων και να υποβάλλει μηνυτήρια αναφορά όταν προκύπτουν ευθύνες.
στ. Να εξετάζει κάθε καταγγελία και αίτημα που υποβάλλεται στο Σώμα και να παρεμβαίνει άμεσα στους χώρους εργασίας.
ζ. Να ελέγχει για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετησίου προσανατολισμού κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 19 και 22 του νόμου 3304/2005, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Να ελέγχει την τήρηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 10 του Ν.3304/2005 περί ευλόγων προσαρμογών για τα άτομα με αναπηρία και να παρέχει συμβουλές και υποδείξεις προς τους εργοδότες και τους εργαζομένους σχετικά με τους όρους της ίσης μεταχείρισης (εύλογες προσαρμογές, πρόσβαση σε όλα τα είδη και όλα τα επίπεδα του επαγγελματικού προσανατολισμού, της επαγγελματικής κατάρτισης, διαμόρφωση των όρων και των συνθηκών εργασίας κ.α.)
η. Να αναπτύσσει δράσεις, να αξιοποιεί και να υλοποιεί έργα στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, προκειμένου να εκσυγχρονιστεί η λειτουργία του, να υποστηρίζεται αποτελεσματικότερα το έργο του και να διευκολύνονται εργοδότες και εργαζόμενοι στις συναλλαγές τους με το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
θ. Να ελέγχει, στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων στους χώρους εργασίας, την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας περί απαγορεύσεως του καπνίσματος και να επιβάλλει στις επιχειρήσεις τα προβλεπόμενα πρόστιμα, σε περίπτωση παραβιάσεώς της.
2. Οι Επιθεωρητές Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) δύνανται να συνεργάζονται κατά τη διάρκεια του πραγματοποιούμενου ελέγχου με ειδικούς εμπειρογνώμονες που θα ορίζονται με απόφαση του Συντονιστή της Περιφερειακής Διεύθυνσης, από ειδικό κατάλογο που έχουν συντάξει οι επιστημονικοί φορείς της χώρας, καθώς και να καλούν κατά περίπτωση εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων, προκειμένου να παρευρίσκονται στον έλεγχο.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται τυχόν αμοιβή ή αποζημίωση στους συμμετέχοντες στους ελέγχους εμπειρογνώμονες.
3. Οι μεικτές επιτροπές ελέγχου των συνθηκών υγείας και ασφάλειας της εργασίας του άρθρου 28 του νόμου 3850/2010 (ΦΕΚ Α’ 84) αντικαθίστανται από τις Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας (Ε.Υ.Α.Ε.) των άρθρων 4, 5, 6 και 7 του ιδίου νόμου 3850/2010.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας της Ε.Υ.Α.Ε. και ειδικότερα ο αριθμός των ατόμων που τη συγκροτούν, τα κριτήρια επιλογής τους, η εκπαίδευσή τους, η εναλλαγή τους και η αναπλήρωσή τους, η διασφάλιση της λειτουργίας σε καθημερινή βάση της Ε.Υ.Α.Ε., η συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες και η κάλυψη του κόστους λειτουργίας.
Άρθρο 3
Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση και μείωση γραφειοκρατικών διαδικασιών
Οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α, Σ.ΕΠ.Ε και Ο.Α.Ε.Δ διασυνδέονται ηλεκτρονικά μέσω κοινής ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για την επικοινωνία με τις επιχειρήσεις, την καταγραφή και διαχείριση πληροφοριών και δεδομένων.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την υλοποίηση της ηλεκτρονικής διασύνδεσης, την ένταξη και άλλων φορέων στην Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση, τα ζητήματα που θα προκύψουν κατά το μεταβατικό διάστημα υλοποίησης της διάταξης, και ιδίως με τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επιλέξουν ως τρόπο τήρησης βιβλίων και την κατάθεση στοιχείων την ηλεκτρονική μορφή.
Άρθρο 4
Θεσμοθέτηση Κάρτας Εργασίας
1. Προβλέπεται η δυνατότητα εγκατάστασης στους χώρους εργασίας των επιχειρήσεων ηλεκτρονικού συστήματος (κάρτα εργασίας), που θα χρησιμοποιείται για την καταγραφή και τον έλεγχο της προσέλευσης, του χρόνου εργασίας και της αποχώρησης των εργαζομένων. Η κάρτα εργασίας θα συνδέεται με το κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα του άρθρου 3 του παρόντος. Στις επιχειρήσεις, οι οποίες θα εγκαταστήσουν το σύστημα αυτό στους χώρους εργασίας τους και θα καταβάλλουν εμπροθέσμως τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και στους εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, θα παρέχεται έκπτωση 10% επί των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών.
2. Εάν σε επιχείρηση στην οποία εισήχθη το σύστημα της κάρτας εργασίας, δεν γίνεται χρήση αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή διαπιστωθεί ανασφάλιστη - αδήλωτη εργασία, θα επιβάλλεται, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, α) κατάργηση της έκπτωσης της παραγράφου ένα (1) για διάστημα τριών (3) μηνών από την επιβολή των κυρώσεων, β) στην επιχείρηση, επιπλέον διοικητική κύρωση ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ για κάθε παρανόμως απασχολούμενο μισθωτό και γ) στον ίδιο το μισθωτό, διοικητική κύρωση ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ, η οποία βαρύνει τον εργαζόμενο και καταβάλλεται από τον εργοδότη.
3. Ημερομηνία έναρξης της παρούσας ρύθμισης ορίζεται η 1η Ιουλίου 2011.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι περιοχές στις οποίες θα εφαρμοστεί το σύστημα της κάρτας εργασίας, οι κλάδοι και το είδος των επιχειρήσεων που δύνανται να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ρύθμισης, τυχόν αναπροσαρμογή του προστίμου, αναπροσαρμογή του ποσοστού της έκπτωσης το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25%, οι βασικές προδιαγραφές του συστήματος αυτού, ο τρόπος λειτουργίας του καθώς και η διαδικασία και ο τρόπος διασύνδεσης με το κεντρικό δίκτυο υπολογιστών μεταξύ Ι.Κ.Α, ΣΕΠ.Ε και Ο.Α.Ε.Δ.
Άρθρο 5
Τυποποίηση και χρήση δελτίων ελέγχου
1. Οι Επιθεωρητές Εργασίας υποχρεούνται κατά την πραγματοποίηση των ελέγχων τους να συμπληρώνουν ειδικά για το σκοπό αυτό τυποποιημένα έντυπα ή αντίστοιχες ηλεκτρονικές εφαρμογές, στα οποία θα αναγράφονται όλα τα στοιχεία των τυχόν παραβάσεων, οι προτεινόμενες ή οι επιβαλλόμενες από τον Επιθεωρητή Εργασίας διοικητικές κυρώσεις και τυχόν υποδείξεις προς συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία.
2. Ειδικά στην περίπτωση που ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε κατόπιν καταγγελίας, θα διασταυρώνονται από τους Προϊσταμένους των αντίστοιχων Τμημάτων τα αναγραφόμενα στο ειδικό αυτό έντυπο στοιχεία με τα διαλαμβανόμενα στην καταγγελία.
Σε περίπτωση που παρουσιάζονται αποκλίσεις μεταξύ τους, τότε μπορεί να γίνεται και δεύτερος έλεγχος στον ίδιο εργοδότη από έτερο Επιθεωρητή Εργασίας, με απόφαση του Προϊσταμένου του οικείου Τμήματος. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο αρχικός έλεγχος δεν ήταν ολοκληρωμένος ή σωστός, τότε ο αρχικά διενεργών τον έλεγχο Επιθεωρητής Εργασίας θα ελέγχεται πειθαρχικά.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η μορφή και το περιεχόμενο των αναγκαίων τυποποιημένων αυτών εντύπων ή των ηλεκτρονικών εφαρμογών καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 6
Γραφείο Ενημέρωσης, Υποδοχής, Αξιολόγησης και Διαχείρισης Καταγγελιών
1. Συνίσταται στην κεντρική υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Γραφείο Ενημέρωσης, Υποδοχής, Αξιολόγησης και Διαχείρισης Καταγγελιών, υπαγόμενο απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα, στο οποίο προΐσταται Ειδικός Επιθεωρητής Εργασίας.
2. Έργο του είναι η ενημέρωση εργοδοτών και εργαζομένων, η υποδοχή και αξιολόγηση των καταγγελιών και η εσωτερική διαβίβασή τους στις αρμόδιες περιφερειακές υπηρεσίες ή στην Ειδική Ομάδα Ετοιμότητας και άμεσης Επέμβασης του άρθρου 7.
3. Με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας, στελέχωσης, οργάνωσης, χωροταξικής κατανομής καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά το Γραφείο Ενημέρωσης, Υποδοχής, Αξιολόγησης και Διαχείρισης Καταγγελιών.
Άρθρο 7
Ειδική Ομάδα Ετοιμότητας και άμεσης Επέμβασης
1. Το Γραφείο Ενημέρωσης, Υποδοχής, Αξιολόγησης και Διαχείρισης Καταγγελιών του άρθρου 6 συντονίζει την «Ειδική Ομάδα Ετοιμότητας και άμεσης Επέμβασης», στην οποία συμμετέχουν βάσει προγραμματισμού Επιθεωρητές Εργασίας της Κεντρικής Υπηρεσίας καθώς και των Περιφερειακών Διευθύνσεων Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφέρειας Αττικής, και έχει ως έργο τον άμεσο έλεγχο της τήρησης της νομοθεσίας από τις επιχειρήσεις.
2. Η ομάδα αυτή λειτουργεί κάθε ημέρα επί 24 ώρες με την αναγκαία εναλλαγή του προσωπικού, είναι σε διαρκή ετοιμότητα και εξοπλίζεται με όλα τα απαραίτητα τεχνικά μέσα για την εκτέλεση του έργου της.
3. Με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα καθορίζονται ο αριθμός των Επιθεωρητών Εργασίας που θα συμμετέχουν κάθε φορά στην ομάδα, ο τρόπος επιλογής και δράσης τους καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν την επέκταση της δράσης και τη λειτουργία και άλλων Ειδικών Ομάδων άμεσης Επέμβασης στην περιφέρεια.
Άρθρο 8
Συμφιλιωτική Διαδικασία- Επίλυση διαφορών
Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε):
i. παρεμβαίνει συμφιλιωτικά, εφόσον ζητηθεί, για την επίλυση αναφυομένων συλλογικών ή ατομικών εκ της σχέσεως εργασίας διαφορών.
ii. συνδράμει συμβουλευτικά, εφόσον ζητηθεί, εργαζομένους και εργοδότες για τη διεξαγωγή συλλογικών διαπραγματεύσεων.
iii. Κυρώνει, εγκρίνει ή απορρίπτει τους εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας επιχειρήσεων, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (Α' 210), εγκρίνει ή απορρίπτει παραπόνα οργανώσεων εργαζομένων κατά διατάξεων κανονισμών εργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν.δ. 3789/1957. Η υποχρέωση κύρωσης εσωτερικών κανονισμών εργασίας επεκτείνεται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες που απασχολούν προσωπικό ανώτερο των σαράντα (40) ατόμων.
iv. Εκδικάζει εφέσεις κατά ποινών που επιβάλλονται στους εργαζομένους με βάση τους κανονισμούς εργασίας, που έχουν κυρωθεί κατά τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957.
Άρθρο 9
Συμφιλίωση Εργατικών Διαφορών
Α. 1) Για οποιοδήποτε θέμα επί συλλογικών διαφορών εργασίας, και αν ακόμη δεν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής σύμβασης, μπορεί να ζητηθεί για τη διευθέτησή του, από τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ή τις οργανώσεις των εργοδοτών ή και από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη ατομικά, η παρέμβαση Συμφιλιωτή.
2) Η Συμφιλίωση διεξάγεται α) σε τοπικό επίπεδο για την επίλυση συλλογικών διαφορών εργασίας που ανακύπτουν σε επιχειρήσεις που απασχολούν έως είκοσι (20) εργαζομένους β) σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο κατ΄ επιλογήν, για την επίλυση συλλογικών διαφορών εργασίας που ανακύπτουν σε επιχειρήσεις που απασχολούν από είκοσι έναν (21) έως πενήντα (50) εργαζομένους και γ) σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο κατ΄ επιλογήν για την επίλυση συλλογικών διαφορών εργασίας που ανακύπτουν στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.
3) Σε τοπικό επίπεδο, η Συμφιλιωτική Διαδικασία διεξάγεται ενώπιον του Συμφιλιωτή που ορίζεται από τον αρμόδιο κατά τόπο Προϊστάμενο Τμήματος ή από τον αρμόδιο Διευθυντή Περιφέρειας, σε περιφερειακό επίπεδο αντίστοιχα ενώπιον του Συμφιλιωτή που ορίζεται από τον αρμόδιο Διευθυντή Περιφέρειας και σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο Α. 4) του παρόντος άρθρου.
4) Η αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υπό την εποπτεία της Πολιτικής Ηγεσίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης επιλαμβάνεται πάντοτε περιπτώσεων Συμφιλίωσης εθνικής κλίμακας. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατό να καλείται στη Συμφιλιωτική Διαδικασία και ένας εκπρόσωπος από το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ή από άλλο συναρμόδιο Υπουργείο.
Β. Η διαδικασία επίλυσης και συμφιλίωσης των ατομικών εργατικών διαφορών διεξάγεται ενώπιον του Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών σε τοπικό επίπεδο Τμήματος.
Γ. 1) Ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών έχουν ως στόχο το συμβιβασμό των μερών προς τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης, το συμφέρον εργαζομένων και εργοδοτών, την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και την επίλυση των διαφορών.
2) Η διαδικασία της Συμφιλίωσης και επίλυσης συλλογικών και ατομικών εργατικών διαφορών αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από τα ενδιαφερόμενα μέρη και υποβάλλεται από κοινού ή χωριστά. Στη δεύτερη περίπτωση, η αίτηση κοινοποιείται και στο άλλο μέρος με μέριμνα του Συμφιλιωτή και του Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών αντίστοιχα, εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των μερών και των οριζομένων εκπροσώπων τους, τα αιτήματα, οι λόγοι που τα δικαιολογούν ή οι λόγοι που καθιστούν αδύνατη την ικανοποίηση τους και γενικά κάθε στοιχείο που διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις ενώπιον του Συμφιλιωτή και του Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών.
3) Ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών αντίστοιχα καλούν τα μέρη σε ενώπιόν τους συζήτηση, στην οποία αυτά υποχρεούνται να παρασταθούν αυτοπροσώπως είτε με νόμιμο εκπρόσωπο είτε με άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα υφίστανται τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 13, προβαίνουν σε ακρόαση αυτών, εκτιμούν όλα τα αποδεικτικά μέσα που τίθενται ενώπιόν τους, υποβάλλουν προτάσεις, δύνανται να ζητούν οιοδήποτε στοιχείο κρίνουν απαραίτητο για την επίλυση της διαφοράς και τη διαμόρφωση της κρίσης τους, ερευνούν τους όρους εργασίας και την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, προβαίνουν σε εξέταση προσώπων, ζητούν τη συνδρομή εμπειρογνωμόνων, άλλων Συμφιλιωτών, Συμφιλιωτών Ατομικών Εργατικών Διαφορών ή Επιθεωρητών Εργασίας και υπηρεσιακών παραγόντων συναρμόδιων φορέων και γενικά πράττουν καθετί που θεωρούν αναγκαίο για τη διατύπωση της πρότασής τους. Ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών προσπαθούν να επιτύχουν την προσέγγιση των απόψεων των μερών το συντομότερο δυνατό για τον τερματισμό της διένεξης, προτείνοντας λύσεις για την επίτευξη συμφωνίας, τις οποίες δύνανται να αποδεχτούν τα μέρη και να επιλύσουν τις διαφορές.
4) Στο τέλος της Συμφιλιωτικής Διαδικασίας για την επίλυση των εργατικών διαφορών, η οποία δεν μπορεί να διαρκέσει για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ημερολογιακών ημερών για τις συλλογικές και των δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για τις ατομικές διαφορές από την ημερομηνία της συζήτησης, συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη και το Συμφιλιωτή ή τον Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών αντίστοιχα. Στο πρακτικό αναγράφονται οι απόψεις των μερών, οι προτάσεις που διατυπώθηκαν από τα μέρη, η πρόταση του Συμφιλιωτή και του Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών, οι τυχόν επιβαλλόμενες διοικητικές κυρώσεις της παραγράφου Γ-7 του παρόντος άρθρου σε περίπτωση αθέτησης ή παραβίασης της συμφωνίας, οι λόγοι για τους οποίους οι προτάσεις του Συμφιλιωτή και του Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών δεν έγιναν αποδεκτές από τα μέρη, και στο τέλος βεβαιώνεται και αποτυπώνεται η συμφωνία ή η διαφωνία τους. Σε περίπτωση εύρεσης κοινώς αποδεκτής λύσης για την επίλυση της διαφοράς, περιγράφονται με σαφήνεια οι όροι και οι επιμέρους συμφωνίες. Το υπογεγραμμένο πρακτικό έχει δεσμευτική ισχύ για τα μέρη και παράγει έννομες συνέπειες.
5) Ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών υποχρεούνται πάντοτε σε διατύπωση αιτιολογημένης άποψης και πρότασης, όπου αυτό καθίσταται εφικτό. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών αδυνατούν να μορφώσουν άποψη ή πρόταση, λόγω της ασάφειας των παρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών και της ελλείψεως των αναγκαίων αποδεικτικών μέσων, τότε αρκούνται στη διατύπωση πλήρους και επαρκώς αιτιολογημένης γνώμης περί της αδυναμίας τους αυτής.
6) Κατά τη διάρκεια της Συμφιλιωτικής Διαδικασίας για την επίλυση των εργατικών διαφορών μπορούν να παρίστανται συνολικά μέχρι τρεις (3) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος ενώ σε κάθε περίπτωση έχουν δικαίωμα παράστασης οι νομικοί σύμβουλοι του κάθε μέρους. Στο στάδιο αυτό και ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο διενεργείται η Συμφιλίωση, μπορούν να παρίστανται κατ΄ επιλογήν του κάθε μέρους εκπρόσωποι της Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθμιας ή ομοιοεπαγγελματικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ μέρους των εργαζομένων καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσής εκ μέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών.
7) Σε περίπτωση που κάποιο από τα μέρη παραβιάσει ή δεν τηρήσει όρο της αποτυπωθείσας στο Πρακτικό συμφωνίας, τότε ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών αντίστοιχα επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τα κριτήρια, τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του παρόντος νόμου.
8) Κατά της πράξης επιβολής διοικητικών κυρώσεων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης του Συμφιλιωτή και του Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 13 του παρόντος νόμου.
9) Η ως άνω διαδικασία που περιγράφεται στις παραγράφους Γ1-Γ8 ενώπιον του Συμφιλιωτή επί συλλογικών διαφορών εργασίας ακολουθείται και σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη προσφύγουν σε εθνικό επίπεδο στη Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο Α.4).
Άρθρο 10
Προσόντα του Συμφιλιωτή και Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών
1. Ο Συμφιλιωτής και ο Συμφιλιωτής Ατομικών Εργατικών Διαφορών απολαμβάνουν πλήρη ανεξαρτησία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα οποία οφείλουν να εκτελούν με αντικειμενικότητα και αμεροληψία.
2. Από τους Επιθεωρητές Εργασίας στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας έργο Συμφιλιωτή και Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών μπορούν να ασκήσουν όσοι πληρούν διαζευκτικά τις εξής προϋποθέσεις:
- Έχουν τουλάχιστον πενταετή εμπειρία ως Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων.
Σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων με την αντίστοιχη εμπειρία μπορούν ρόλο Συμφιλιωτή και Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών να αναλάβουν Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων με λιγότερη εμπειρία.
- Έχουν τουλάχιστον διετή εμπειρία ως Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων και είτε είναι απόφοιτοι του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης είτε έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και σχετικές δημοσιεύσεις σε θέματα εργατικού Δικαίου.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία επιλογής των Επιθεωρητών Εργασίας που μπορούν να ασκήσουν και καθήκοντα Συμφιλιωτών και Συμφιλιωτών Ατομικών Εργατικών Διαφορών.
Άρθρο 11
Προληπτική και υποστηρικτική δράση - Ενημέρωση
Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας:
1. Συνδράμει συμβουλευτικά σε όλα τα επίπεδα και εφόσον ζητηθεί, εργαζόμενους και εργοδότες για τη διεξαγωγή συλλογικών διαπραγματεύσεων και επίλυση συλλογικών και ατομικών διαφορών εργασίας.
2. Υποστηρίζει τους εργοδότες και εργαζόμενους με την παροχή πληροφοριών, συμβουλών και υποδείξεων προς αυτούς, σχετικά με τα πλέον αποτελεσματικά μέτρα για την τήρηση των κειμένων διατάξεων.
3. Συντάσσει την ετήσια έκθεση, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της Χώρας μας που απορρέουν από την 81 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας (ν. 3249/1955, Α' 139), την οποία ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ανακοινώνει και αποστέλλει στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας. Προβαίνει στα πλαίσια του έργου του στη συστηματική συλλογή και επεξεργασία των στατιστικών στοιχείων σχετικά με τα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες, σε συνεργασία με τη Γενική Διεύθυνση Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας (Γ.Δ.Σ.Υ.Ε.) και την Ελληνική Στατιστική Αρχή και σύμφωνα με την ευρωπαϊκή μεθοδολογία και νομοθεσία και κατά τα πρότυπα και τα πορίσματα της Eurostat
4. Συνεργάζεται και ανταλλάσσει στοιχεία και πληροφορίες με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Γενικών Διευθύνσεων Διοικητικής Υποστήριξης, Εργασίας και Συνθηκών Υγιεινής της Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οργανώσεις κοινωνικών εταίρων, επιστημονικούς φορείς στον τομέα της εργασίας καθώς και συναφείς Υπηρεσίες του εξωτερικού.
5. Ενημερώνει και συνεργάζεται με τον Συνήγορο του Πολίτη σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 8 περ. α και 10 του άρθρου 25 του νόμου 3896/2010 (Α’ 207), ενημερώνει το Τμήμα Ισότητας των Φύλων της Διεύθυνσης Όρων Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για θέματα του νόμου 3896/2010, συνεργάζεται με το Τμήμα Ισότητας των Φύλων της Διεύθυνσης Όρων Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το Συνήγορο του Πολίτη και τη Γενική Γραμματεία Ισότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, για την ενημέρωση και για την εφαρμογή από τους Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων των ρυθμίσεων του νόμου 3896/2010. Για το σκοπό αυτόν τα σχετικά στατιστικά στοιχεία τηρούνται ανά φύλο.
Άρθρο 12
Κυρώσεις
Στα πλαίσια της κατασταλτικής δράσης του το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας:
i) Λαμβάνει άμεσα διοικητικά μέτρα και επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις, προσφεύγει στη δικαιοσύνη για την επιβολή των ποινικών κυρώσεων κατά περίπτωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή, κατά την κρίση του, χορηγεί εύλογη προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις προβλεπόμενες διατάξεις, σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αναφορικά με την αδήλωτη εργασία και την παράνομη απασχόληση.
ii) Ενημερώνει άμεσα τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα σε περίπτωση διαπιστώσεως παραβάσεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, επιβολής διοικητικών κυρώσεων και υποβολής μηνυτήριας αναφοράς.
iii) Α. Διακόπτει προσωρινά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τη λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματός της αν κρίνει ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζόμενων και εισηγείται στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης την οριστική διακοπή της λειτουργίας της, όταν η επιχείρηση, μετά την προσωρινή διακοπή ή την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εξακολουθεί να παραβαίνει συστηματικά τις διατάξεις της νομοθεσίας με άμεσο κίνδυνο για τους εργαζόμενους.
Β. Διακόπτει προσωρινά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τη λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος της αν κρίνει ότι πλήττονται σοβαρά και συστηματικά τα εργασιακά δικαιώματα μεγάλου μέρους των εργαζομένων μιας επιχείρησης ή τμήματός της και εισηγείται στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης την οριστική διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματός της, όταν η επιχείρηση, μετά την προσωρινή διακοπή ή την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται στις υποδείξεις των Επιθεωρητών Εργασίας.
Ο χρόνος προσωρινής διακοπής της επιχείρησης κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενα υπό Α και Β λογίζεται ως κανονικός χρόνος εργασίας ως προς όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων.
iv) Επιβάλλει στις επιχειρήσεις τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία πρόστιμα, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι στους χώρους εργασίας δεν τηρούνται οι διατάξεις περί απαγορεύσεως του καπνίσματος.
Άρθρο 13
Διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας
1. Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος, της εργατικής νομοθεσίας και τους όρους κάθε είδους συλλογικής σύμβασης επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη είτε α) του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων ή του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία κατόπιν σχετικής εισήγησης του ελέγξαντος Επιθεωρητή Εργασίας είτε β) του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας, και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων:
α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση, από πεντακόσια (500,00) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.
I. Στο ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου συνεκτιμάται και η οικονομική ωφέλεια που αποκομίζει ο εργοδότης συνεπεία της παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας.
II. Ειδικά στις περιπτώσεις παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας για μη καταβολή: α) δεδουλευμένων αποδοχών, β) επιδομάτων εορτών και αδείας, γ) αναδρομικών αποδοχών (ως παραβίαση όρων Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, Διαιτητικής Απόφασης ή Υπουργικής Απόφασης), δ) αποδοχών διαθεσιμότητας, ε) προσαυξήσεων για εργασία κατά Κυριακές και αργίες, στ) προσαυξήσεων για εργασία κατά τη νύκτα, ζ) αποδοχών ανυπαιτίου κωλύματος, η) αποδοχών μετά των νομίμων προσαυξήσεων για εργασία πέραν της συμβατικώς καθορισμένης μερικής απασχόλησης, θ) αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας, ι) μισθών – ημερομισθίων βάσει Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, Διαιτητικής Απόφασης ή Υπουργικής Απόφασης ή βάσει ατομικής συμφωνίας, ια) αμοιβής εργασίας που παρέχεται κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας με προσαύξηση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις κατά παράβαση πενθημέρου, ιβ) αμοιβής υπερεργασιακής και υπερωριακής απασχόλησης, ιγ) προσαύξησης στις αποδοχές μερικώς απασχολούμενων, εφόσον το ωράριο απασχόλησης τους είναι μικρότερο των 4 ωρών ημερησίως, ιδ) επιδόματος γάμου σε χήρους, διαζευγμένους και άγαμους γονείς, εάν ο εργοδότης, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την επιβολή του προστίμου, συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του ελέγξαντος Επιθεωρητή Εργασίας και αποδείξει ότι συμμορφώθηκε και εφαρμόζει εφεξής τις διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, εξαιτίας της παράβασης των οποίων του επεβλήθη το πρόστιμο, και ότι έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τον εργαζόμενο, τότε το αρχικώς επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο θα μειώνεται κατά ογδόντα τοις εκατό (80%) με αιτιολογημένη πράξη του οργάνου που το επέβαλε.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι δυνατόν να τροποποιείται το ποσοστό της μείωσης και να εντάσσονται σταδιακά και άλλες παραβάσεις στην ανωτέρω παράγραφο.
III. Για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας – πλην των ανωτέρω της παραγράφου 1 περ. ΙΙ – εάν ο εργοδότης αποδεχτεί το πρόστιμο, παραιτηθεί από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων, και το καταβάλει εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή του τότε θα έχει έκπτωση τριάντα τοις εκατό (30%) επί του επιβαλλόμενου προστίμου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι δυνατόν να τροποποιείται το ποσοστό της έκπτωσης.
IV. Η επανάληψη από τον ίδιο εργοδότη της ίδιας ή συναφούς παράβασης της εργατικής νομοθεσίας εντός τετραετίας από τη διενέργεια του αρχικού ελέγχου θεωρείται υποτροπή και έχει ως συνέπεια i) το διπλασιασμό του ύψους του προστίμου και ii) τον αποκλεισμό του εν λόγω εργοδότη από δημόσιους διαγωνισμούς για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών.
V. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις, καθορίζεται και ανακαθορίζεται το ύψος του προστίμου.
VI. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η επιβολή προστίμου από τον ελέγξαντα Επιθεωρητή Εργασίας άνευ προηγούμενης προσκλήσεως του παραβάτη εργοδότη για παροχή εξηγήσεων:
1) στις περιπτώσεις επιβολής προστίμου του άρθρου 4 παρ. 2 του παρόντος νόμου και
2) για τις κάτωθι παραβάσεις: α. Μη ανάρτηση πίνακα προσωπικού και προγράμματος ωρών εργασίας, β. Μη επίδειξη βιβλίου αδειών, γ. Μη επίδειξη ειδικού βιβλίου υπερωριών, δ. Μη επίδειξη βιβλίου ημερησίων δελτίων απασχολουμένου προσωπικού οικοδομικών και τεχνικών έργων, ε. Μη ανάρτηση κανονισμού εργασίας σε υπόχρεες επιχειρήσεις, στ. Μη επίδειξη εντύπων όρων ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού, ζ. Μη επίδειξη εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών προσωπικού για το τελευταίο τουλάχιστον τρίμηνο, η. Μη χρήση ή/και χορήγηση ΜΑΠ σε οικοδομικές εργασίες, θ. Μη αδειούχοι χειριστές Μηχανημάτων Έργου, ι. Μη ύπαρξη πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια σε ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, ια. Μη ύπαρξη πιστοποιητικού ελέγχου ανυψωτικών μηχανημάτων.
VII. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται τόσο οι λεπτομέρειες εφαρμογής των ανωτέρω και η συμπλήρωσή τους όσο και η εισαγωγή τυχόν εξαιρέσεων από αυτά.
β. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα μέχρι τριών (3) ημερών. Επίσης με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας ή του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος, μπορεί να επιβληθεί στον εργοδότη προσωρινή διακοπή της λειτουργίας για διάστημα μεγαλύτερο από τρεις (3) ημέρες ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης.
2. Η πράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου. Η αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας βεβαιώνει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο εισπράττεται από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ως δημόσιο έσοδο.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζονται τα σχετικά θέματα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
3. Για την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων συνεκτιμώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν, ο βαθμός υπαιτιότητας, ο αριθμός των εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης, ο αριθμός των εργαζομένων που θίγονται και η υπαγωγή της επιχείρησης σε μία από τις κατηγορίες Α, Β, Γ του άρθρου 10 του ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων» (ΦΕΚ Α’ 84).
4. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.
5. Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να τηρούν στο χώρο εργασίας και να επιδεικνύουν ανά πάσα στιγμή στους Επιθεωρητές Εργασίας τα έντυπα ατομικών όρων εργασίας του προσωπικού (άρθρα 2, 3, 4 του π.δ. 156/1994, ΦΕΚ Α΄ 102), το βιβλίο αδειών (άρθρο 4 παρ. 3 του α.ν. 539/1945, ΦΕΚ Α΄ 229), το ειδικό βιβλίο υπερωριών (άρθρο 9 του π.δ. 27.06-04.07.1932, ΦΕΚ Α’ 212 και άρθρο 13 του Ν. 3846/2010, ΦΕΚ Α΄ 66) και τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του προσωπικού (άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 1082/1980, ΦΕΚ Α΄ 250 και 5 του ν. 3227/2004, ΦΕΚ Α΄ 31) για το τελευταίο τουλάχιστον τρίμηνο. Το πιστοποιητικό ελέγχου ανυψωτικών μηχανημάτων και η άδεια του χειριστή Μηχανήματος Έργου, όπως προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, πρέπει να βρίσκονται πάνω στο Μηχάνημα Έργου στο οποίο διενεργείται ο έλεγχος. Το προβλεπόμενο από την ισχύουσα νομοθεσία πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια πρέπει να βρίσκεται πάνω στο πλοίο στο οποίο εκτελούνται οι ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες. Η μη τήρηση των ανωτέρω υποχρεώσεων από την επιχείρηση επισύρει τις διοικητικές κυρώσεις του παρόντος άρθρου.
6. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να τροποποιούνται τα όρια του προβλεπόμενου από την περίπτωση α της παρ. 1 προστίμου.
7. Διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν ως διοικητική κύρωση το πρόστιμο κατά τρόπο διάφορο από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού καταργούνται, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν κατά το μέρος που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος. Για το πρόστιμο που επιβάλλεται στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού.
Άρθρο 14
Διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης της ασφαλιστικής νομοθεσίας για την αδήλωτη εργασία και παράνομη απασχόληση
1. Επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του εργοδότη:
Α) Ο οποίος δεν τηρεί το Ειδικό Βιβλίο Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9 περ. στ. αα του α.ν. 1846/1951, και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 9 περ. στ. ββ του α.ν. 1846/1951.
Β) Για κάθε απασχολούμενο που δεν είναι καταχωρημένος στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9 περ. στ. αα του α.ν. 1846/1951.
Γ) Αν δεν επιδειχθεί το Ειδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9 περ. στ. αα του α.ν. 1846/1951 στους Επιθεωρητές Εργασίας. Σε αυτήν την περίπτωση ως μη καταχωρημένα θεωρούνται όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται απασχολούμενα κατά τον έλεγχο.
Δ) Αν απωλεσθεί το Ειδικό Βιβλίο Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9 περ. στ. αα του α.ν. 1846/1951, ως ισχύει σήμερα, ή φύλλο αυτού, και η απώλεια του Βιβλίου αυτού δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παρ. 9 περ. στ. δδ του α.ν. 1846/1951.
2. Το ύψος του προστίμου για τις παραβάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις Α) έως Δ) του παρόντος άρθρου ορίζεται για κάθε έναν μισθωτό στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και διπλασιάζεται για κάθε εργαζόμενο σε περίπτωση επανάληψης από την ίδια επιχείρηση της παράβασης περί μη καταχώρησης στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανομένου Προσωπικού. Δεν επιβάλλεται ταυτόχρονα, είτε από τους Επιθεωρητές Εργασίας είτε από τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ δεύτερο πρόστιμο στον ίδιο εργοδότη, για την ίδια ακριβώς παράβαση.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι δυνατόν να τροποποιείται το ύψος των ανωτέρω προστίμων.
4. Τα ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του ελέγξαντα Επιθεωρητή Εργασίας άνευ προηγούμενης προσκλήσεως του παραβάτη εργοδότη για παροχή εξηγήσεων.
5. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου. Η αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ βεβαιώνει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο εισπράττεται από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ ως έσοδο.
6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η διαδικασία είσπραξης του προστίμου από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ καθώς και κάθε περαιτέρω λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
7. Οι διατάξεις του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 (Α΄179) «Περί κοινωνικών ασφαλίσεων» και των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων, που προβλέπουν ως διοικητική κύρωση το πρόστιμο, τον τρόπο είσπραξης αυτού και τα όργανα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ως αρμόδια όργανα για την είσπραξή του, με τρόπο διάφορο από αυτόν που περιγράφεται στην παρούσα διάταξη εξακολουθούν να είναι σε ισχύ.
Άρθρο 15
Επίδοση των πράξεων επιβολής προστίμου των άρθρων 13 και 14
1. Η επίδοση των πράξεων επιβολής προστίμου γίνεται με την παράδοση των εγγράφων αυτών στον εργοδότη με κάθε πρόσφορο μέσο και αποδεικνύεται με σχετική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου. Για την επίδοση των πράξεων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σχετικά με τις επιδόσεις.
2. Η επίδοση δύναται να γίνει και μέσω Ταχυδρομείου ή εταιρειών μεταφορών εγγράφων και μικροδεμάτων. Στην περίπτωση αυτή, η επίδοση βεβαιώνεται με τη σχετική απόδειξη του Ταχυδρομείου ή της εταιρείας μεταφορών εγγράφων και μικροδεμάτων.
3. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο η επίδοση των πράξεων επιβολής προστίμου στον εργοδότη ή στα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία πρόσωπα, ο επιδίδων τοιχοκολλά επιπλέον την πράξη σε ειδική πινακίδα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, συντάσσοντας για αυτό σχετική έκθεση.
Άρθρο 16
Ποινικές κυρώσεις
1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.
2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Άρθρο 17
Ειδικός Γραμματέας
Ο Ειδικός Γραμματέας έχει την εποπτεία, την ευθύνη και τον έλεγχο για τη εύρυθμη, αποτελεσματική και συντονισμένη δράση όλων των υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, των οποίων προΐσταται.
Άρθρο 18
Γενικοί Επιθεωρητές
1. Στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας συνιστώνται δύο (2) θέσεις Γενικών Επιθεωρητών, ήτοι μία (1) θέση Γενικού Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων και μία (1) θέση Γενικού Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία αντίστοιχα. Οι Γενικοί Επιθεωρητές συνεπικουρούν τον Ειδικό Γραμματέα στην εκτέλεση του έργου του, υπάγονται σε αυτόν, επιβλέπουν όλους τους Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων, τους Συμφιλιωτές και τους Επιθεωρητές Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία, στην αρμοδιότητά του ο καθένας αντίστοιχα, συντονίζουν και προγραμματίζουν το έργο τους.
2. Τα καθήκοντα των Γενικών Επιθεωρητών ανάλογα με την αρμοδιότητά τους, είναι ειδικότερα:
I. Έχουν την ευθύνη επίτευξης των Στόχων της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων και της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία αντίστοιχα σύμφωνα με το σύστημα Διοίκησης μέσω Στόχων και τους ειδικούς (ποσοτικούς και ποιοτικούς) δείκτες απόδοσης που αφορούν το επιθεωρησιακό έργο.
II. Ενημερώνουν άμεσα τον Ειδικό Γραμματέα για τις τυχόν αποκλίσεις του επιθεωρησιακού έργου της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων και της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία αντίστοιχα, από τους Στόχους, εισηγούνται για τη λήψη διορθωτικών μέτρων και έχουν την ευθύνη για την αποτελεσματική εφαρμογή τους.
III. Ενημερώνουν τον Ειδικό Γραμματέα για τα θέματα που απασχολούν α) τους Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων και τους Συμφιλιωτές και β) τους Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, και αφορούν το επιθεωρησιακό και συμφιλιωτικό έργο.
IV. Προγραμματίζουν, συντονίζουν και ελέγχουν τις εργασίες της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων και της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία αντίστοιχα και παρέχουν στους Διευθυντές των περιφερειακών Διευθύνσεων, αναλόγως της αρμοδιότητας του ο καθένας, τις αναγκαίες οδηγίες, για την ακριβή εκτέλεση των καθηκόντων τους.
V. Καθορίζουν τις προτεραιότητες και έχουν την ευθύνη για την κατάρτιση και την υλοποίηση των επιχειρησιακών σχεδίων των υπηρεσιών τις οποίες συντονίζουν.
VI. Συντάσσουν και υποβάλλουν εκθέσεις με τα συμπεράσματα των συνεδριάσεων, επιτροπών, συμβουλίων και ομάδων εργασίας, καθώς και των αποστολών, στις οποίες συμμετέχουν, με σκοπό την αξιοποίηση αυτών.
VII. Υπογράφουν όλα τα έγγραφα, αποφάσεις και λοιπές πράξεις που τους ανατίθενται με σχετικές αποφάσεις περί μεταβίβασης εξουσίας τελικής υπογραφής αυτών.
VIII. Εκτελούν κάθε άλλο έργο που τους ανατίθεται από τον Ειδικό Γραμματέα και έχει σχέση με τη δράση των Επιθεωρητών Εργασιακών Σχέσεων και των Συμφιλιωτών ή των Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία αντίστοιχα.
IX. Παράλληλα ασκούν όσα καθήκοντα προβλέπονται από τον ειδικό κανονισμό λειτουργίας του Σώματος.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μέρος των αρμοδιοτήτων του Ειδικού Γραμματέα, με εισήγησή του, δύναται να εκχωρούνται και να μεταβιβάζονται στους Γενικούς Επιθεωρητές.
4. Οι Γενικοί Επιθεωρητές είναι μόνιμοι εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι. Οι επιλεγόμενοι πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι πτυχιούχοι Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, με γνώσεις στα εργασιακά θέματα και στα θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία αντίστοιχα, να έχουν εμπειρία σε ελεγκτικούς μηχανισμούς και να έχουν διατελέσει σε θέση ευθύνης με συναφές αντικείμενο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης θεσπίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στον τρόπο διορισμού των Γενικών Επιθεωρητών στη θέση αυτή, στην εξέλιξη και στην αμοιβή τους.
Άρθρο 19
Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας
1. Συνίσταται στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας, συγκροτούμενη από Επιθεωρητές Εργασίας με βαθμό Προϊσταμένου Διεύθυνσης και βαθμό Προϊσταμένου Τμήματος και υπάγεται απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα.
2. Στην Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας παρέχεται διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη από τη Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
3. Οι Ειδικοί Επιθεωρητές Εργασίας:
α. Διενεργούν τακτικούς ελέγχους της λειτουργίας των επί μέρους υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και υποβάλλουν στον Ειδικό Γραμματέα σχετικές αναφορές για τη βελτίωση του παρεχόμενου έργου, προκειμένου να διατυπωθούν έγγραφες συστάσεις στις υπό έλεγχο υπηρεσίες.
β. Διενεργούν ελέγχους σε χώρους εργασίας σε οποιοδήποτε μέρος της ελληνικής επικράτειας και υποβάλουν το σχετικό πόρισμα.
γ. Εκτελούν κάθε άλλο έργο που τους ανατίθεται από τον Ειδικό Γραμματέα και έχει σχέση με την οργάνωση και λειτουργία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και
δ. Προΐστανται, κατ΄ επιλογήν του Ειδικού Γραμματέα, του Γραφείου Ενημέρωσης, Υποδοχής, Αξιολόγησης και Διαχείρισης Καταγγελιών του άρθρου 6 του παρόντος νόμου.
ε. Επιβάλλουν τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του παρόντος κυρώσεις.
4. Οι Ειδικοί Επιθεωρητές Εργασίας ασκούν όλες τις αρμοδιότητες και έχουν όλα τα καθήκοντα, υποχρεώσεις και δικαιώματα των Επιθεωρητών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται ο αριθμός των θέσεων, η στελέχωση, η οργάνωση και η διάρθρωση της υπηρεσίας Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας.
Άρθρο 20
Διευθύνσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
Οι αρμοδιότητες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ασκούνται σε όλη την ελληνική επικράτεια από τις κεντρικές και τις περιφερειακές υπηρεσίες του.
Οι Διευθύνσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας διακρίνονται σε Κεντρικές και Περιφερειακές:
Α. ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ:
1. Διεύθυνση Επιθεώρησης της Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, η οποία συγκροτείται από:
  • το Τμήμα Ανάλυσης, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης
  • το Τμήμα Υποστήριξης Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • το Τμήμα Ατυχημάτων και Επαγγελματικών Ασθενειών
  • το Γραφείο Υποστήριξης Ατόμων με Αναπηρίες
2. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, η οποία συγκροτείται από:
  • το Τμήμα Ανάλυσης, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης
  • το Τμήμα Υποστήριξης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • το Τμήμα Συμφιλίωσης ατομικών και συλλογικών διαφορών εργασίας
3. Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης η οποία αποτελείται από:
  • το Τμήμα Διοικητικό
  • το Τμήμα Οικονομικού
  • το Τμήμα Νομικής Τεκμηρίωσης
  • το Τμήμα Πληροφοριακών Συστημάτων και Υποδομών
  • το Τμήμα Ειδικής Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης.

Β. ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ Γ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΑΡΘΡΟΥ
Οι προϊστάμενοι των Κεντρικών Διευθύνσεων και το Στοιχείο Διοίκησης Διεύθυνσης (Σ.Δ.Δ) έχουν τα παρακάτω καθήκοντα:
1. Προγραμματίζουν, συντονίζουν και ελέγχουν τις εργασίες της Διεύθυνσης, προΐστανται όλου του προσωπικού της και παρέχουν στους Προϊσταμένους των Τμημάτων της Διεύθυνσης τις αναγκαίες οδηγίες, για την ακριβή εκτέλεση των καθηκόντων τους.
2. Καθορίζουν τις προτεραιότητες της Διεύθυνσης.
3. Έχουν την ευθύνη για την κατάρτιση και την υλοποίηση των επιχειρησιακών σχεδίων της Διεύθυνσης.
4. Οργανώνουν τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών της Διεύθυνσης και κατανέμουν το προσωπικό στα Τμήματα ανάλογα με τις ανάγκες αυτής.
5. Έχουν την ευθύνη για την επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση του έργου από το προσωπικό της Διεύθυνσης. Συντάσσουν εκθέσεις με τις διαπιστώσεις και τις προτάσεις τους για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, για την αποτελεσματικότερη άσκηση του έργου της Διεύθυνσης.
6. Συντάσσουν και υποβάλλουν έκθεση με τα συμπεράσματα των συνεδριάσεων, επιτροπών, συμβουλίων και ομάδων εργασίας, καθώς και των αποστολών, στις οποίες συμμετέχουν, με σκοπό την αξιοποίηση αυτών.
7. Παρακολουθούν και ελέγχουν την προσέλευση και την αποχώρηση των υπαλλήλων και υπογράφουν τις άδειες απουσίας αυτών. Όταν συντρέχει σοβαρή υπηρεσιακή ανάγκη, μπορεί να καθορίζουν για μεμονωμένους υπαλλήλους, παράταση του χρόνου εργασίας τους πέραν του κανονικού ωραρίου.
8. Αξιολογούν τους υφισταμένους τους, ως πρώτοι ή δεύτεροι αξιολογητές, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
9. Συντάσσουν ειδική έκθεση αξιολόγησης, όταν το κρίνουν αναγκαίο, για το προσωπικό για το οποίο δεν είναι οι ίδιοι αξιολογητές.
10. Υπογράφουν όλα τα έγγραφα, αποφάσεις και λοιπές πράξεις που τους ανατίθενται με σχετικές αποφάσεις περί μεταβίβασης εξουσίας τελικής υπογραφής αυτών.
11. Παράλληλα ασκούν όσα καθήκοντα προβλέπονται από τον ειδικό κανονισμό λειτουργίας του Σώματος.

Γ. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις διοικούνται από Στοιχείο Διοίκησης Διεύθυνσης (Σ.Δ.Δ.). Το Περιφερειακό Σ.Δ.Δ. συντίθεται από δύο υπαλλήλους βαθμού Α’ με θέση Διευθυντή, εκ των οποίων ο ένας προέρχεται από τον κλάδο των Επιθεωρητών Εργασιακών Σχέσεων και ο έτερος από τον κλάδο των Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, είναι ο καθένας αρμόδιος για θέματα του αντίστοιχου κλάδου Επιθεωρητών από τον οποίο προέρχεται και υπάγονται ιεραρχικά στον αντίστοιχο Γενικό Επιθεωρητή. Έκαστος Διευθυντής αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Συντονισμού, εάν αυτός προέρχεται από τον ίδιο κλάδο, άλλως από τον Προϊστάμενο του καθ’ ύλην αρμόδιου Τμήματος της έδρας της Περιφερειακής Διεύθυνσης. Εάν στην έδρα της Περιφερειακής Διεύθυνσης υπάρχουν περισσότεροι Προϊστάμενοι καθ΄ ύλην αρμόδιων Τμημάτων, τότε αναπληρωτής ορίζεται ο αρχαιότερος. Συντονιστής Περιφερειακής Διεύθυνσης ορίζεται ο αρχαιότερος Διευθυντής.

Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ανέρχονται σε δεκαπέντε (15) ως εξής:

1. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Αθηνών, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων Κεντρικού Τομέα Αθηνών, Νοτίου Τομέα Αθηνών, Βορείου Τομέα Αθηνών και Δυτικού Τομέα Αθηνών της περιφέρειας Αττικής, επιπροσθέτως του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης της περιφερειακής ενότητας Ανατολικής Αττικής και εξαιρουμένης της παραλιακής ζώνης Σκαραμαγκά, που αποτελεί τμήμα του Δήμου Χαϊδαρίου της περιφερειακής ενότητας Δυτικού Τομέα Αθηνών. Η Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Αθηνών συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων, και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Ανατολικού Τομέα Αθηνών, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων,
  • Τμήμα Δυτικού Τομέα Αθηνών, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων,
  • Τμήμα Δάφνης, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Δάφνης – Υμηττού,
  • Τμήμα Γλυφάδας, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Γλυφάδας,
  • Τμήμα Καλλιθέας, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Καλλιθέας,
  • Τμήμα Αγίας Παρασκευής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αγίας Παρασκευής,
  • Τμήμα Αμαρουσίου, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αμαρουσίου,
  • •Τμήμα Αιγάλεω, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αιγάλεω,
  • Τμήμα Νέας Ιωνίας, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Νέας Ιωνίας,
  • Τμήμα Περιστερίου, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Περιστερίου.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Α΄ Τομέα Αθηνών, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων,
  • Τμήμα Β΄ Τομέα Αθηνών, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων,
  • Τμήμα Γ΄ Τομέα Αθηνών, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων.

2. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Πειραιώς. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια της περιφερειακής ενότητας Πειραιώς της περιφέρειας Αττικής καθώς και των δήμων Αίγινας, Αγκιστρίου και Σαλαμίνας της περιφερειακής ενότητας Νήσων της περιφέρειας Αττικής. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης και το Αυτοτελές Γραφείο Μετρήσεων με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Πειραιώς και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Κεντρικού Τομέα Πειραιώς, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Πειραιώς,
  • Τμήμα Νοτίου Τομέα Πειραιώς, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας,
  • Τμήμα Νίκαιας, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Νίκαιας – Αγ. Ιωάννη Ρέντη.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Α΄ Τομέα Πειραιώς, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Πειραιώς,
  • Τμήμα Β΄ Τομέα Πειραιώς, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Πειραιώς.

3. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Ανατολικής Αττικής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Παλλήνης. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια της περιφερειακής ενότητας Ανατολικής Αττικής της περιφέρειας Αττικής, εκτός του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Παλλήνης και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Παλλήνης, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Παλλήνης,
  • Τμήμα Μαρκόπουλου Μεσογαίας, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Μαρκόπουλου Μεσογαίας,
  • Τμήμα Άνοιξης, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Διονύσου.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Α΄ Τομέα Ανατολικής Αττικής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Παλλήνης,
  • Τμήμα Β΄Τομέα Ανατολικής Αττικής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Παλλήνης.

4. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Δυτικής Αττικής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Ελευσίνας. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια της περιφερειακής ενότητας Δυτικής Αττικής της περιφέρειας Αττικής και της παραλιακής ζώνης Σκαραμαγκά, που αποτελεί τμήμα του Δήμου Χαϊδαρίου της περιφερειακής ενότητας Δυτικού Τομέα Αθηνών. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Ελευσίνας και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Ελευσίνας, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Ελευσίνας,
  • Τμήμα Άνω Λιοσίων, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Φυλής.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Α΄ Τομέα Δυτικής Αττικής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Ελευσίνας,
  • Τμήμα Β΄ Τομέα Δυτικής Αττικής, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Ελευσίνας.

5. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Θεσσαλίας, με έδρα τη Λάρισα. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα τη Λάρισα και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Λάρισας, με έδρα τη Λάρισα,
  • Τμήμα Μαγνησίας, με έδρα το Βόλο,
  • Τμήμα Τρικάλων, με έδρα τα Τρίκαλα,
  • Τμήμα Καρδίτσας, με έδρα την Καρδίτσα.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Λάρισας, με έδρα τη Λάρισα,
  • Τμήμα Μαγνησίας, με έδρα το Βόλο,
  • Τμήμα Τρικάλων, με έδρα τα Τρίκαλα,
  • Τμήμα Καρδίτσας, με έδρα την Καρδίτσα.

6. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Ηπείρου, με έδρα τα Ιωάννινα. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας και περιλαμβάνει επιπροσθέτως τις περιφερειακές ενότητες Κερκύρας και Λευκάδος της περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα τα Ιωάννινα και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Ιωαννίνων, με έδρα τα Ιωάννινα,
  • Τμήμα Άρτας, με έδρα την Άρτα,
  • Τμήμα Θεσπρωτίας, με έδρα την Ηγουμενίτσα,
  • Τμήμα Πρέβεζας, με έδρα την Πρέβεζα,
  • Τμήμα Κέρκυρας, με έδρα την Κέρκυρα,
  • Τμήμα Λευκάδος, με έδρα τη Λευκάδα.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Ιωαννίνων, με έδρα τα Ιωάννινα,
  • Τμήμα Άρτας, με έδρα την Άρτα,
  • Τμήμα Κέρκυρας, με έδρα την Κέρκυρα.

7. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Κρήτης, με έδρα το Ηράκλειο. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα το Ηράκλειο και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Ηρακλείου, με έδρα το Ηράκλειο,
  • Τμήμα Χανίων, με έδρα τα Χανιά,
  • Τμήμα Ρεθύμνου, με έδρα το Ρέθυμνο,
  • Τμήμα Λασιθίου, με έδρα τον ’γιο Νικόλαο.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Ηρακλείου, με έδρα το Ηράκλειο,
  • Τμήμα Χανίων, με έδρα τα Χανιά,
  • Τμήμα Ρεθύμνου, με έδρα το Ρέθυμνο,
  • Τμήμα Λασιθίου, με έδρα τον ’γιο Νικόλαο.

8. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, με έδρα την Κομοτηνή. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα την Κομοτηνή και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Ροδόπης, με έδρα την Κομοτηνή,
  • Τμήμα Έβρου, με έδρα την Αλεξανδρούπολη,
  • Τμήμα Ξάνθης, με έδρα την Ξάνθη,
  • Τμήμα Δράμας, με έδρα τη Δράμα,
  • Τμήμα Καβάλας, με έδρα την Καβάλα.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Ροδόπης, με έδρα την Κομοτηνή,
  • Τμήμα Έβρου, με έδρα την Αλεξανδρούπολη,
  • Τμήμα Δράμας, με έδρα τη Δράμα,
  • Τμήμα Καβάλας, με έδρα την Καβάλα.

9. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Κεντρικής Μακεδονίας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης και το Αυτοτελές Γραφείο Μετρήσεων με έδρα τη Θεσσαλονίκη και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Κεντρικού Τομέα Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Τμήμα Ανατολικού Τομέα Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Τμήμα Δυτικού Τομέα Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Τμήμα Θέρμης και Θερμαϊκού, με έδρα εντός των ορίων του Δήμου Θέρμης,
  • Τμήμα Πυλαίας και Καλαμαριάς, με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Τμήμα Σερρών, με έδρα τις Σέρρες,
  • Τμήμα Πιερίας, με έδρα την Κατερίνη,
  • Τμήμα Ημαθίας, με έδρα την Βέροια,
  • Τμήμα Πέλλας, με έδρα την Έδεσσα,
  • Τμήμα Κιλκίς, με έδρα το Κιλκίς,
  • Τμήμα Χαλκιδικής, με έδρα τον Πολύγυρο.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Α’ Τομέα Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη,
  • Τμήμα Β’ Τομέα Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη,
  • Τμήμα Σερρών, με έδρα τις Σέρρες,
  • Τμήμα Πιερίας, με έδρα την Κατερίνη,
  • Τμήμα Ημαθίας, με έδρα την Βέροια,
  • Τμήμα Πέλλας, με έδρα την Έδεσσα,
  • Τμήμα Χαλκιδικής, με έδρα τον Πολύγυρο.

10. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα την Κοζάνη. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα την Κοζάνη και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Κοζάνης, με έδρα την Κοζάνη.
  • Τμήμα Φλώρινας, με έδρα τη Φλώρινα.
  • Τμήμα Καστοριάς, με έδρα την Καστοριά.
  • Τμήμα Γρεβενών, με έδρα τα Γρεβενά.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Κοζάνης, με έδρα την Κοζάνη.
  • Τμήμα Καστοριάς, με έδρα την Καστοριά.

11. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Δυτικής Ελλάδας, με έδρα την Πάτρα. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας και περιλαμβάνει επιπροσθέτως τις περιφερειακές ενότητες Ζακύνθου, Κεφαλληνίας και Ιθάκης της περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης και το Αυτοτελές Γραφείο Μετρήσεων με έδρα την Πάτρα και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Αχαΐας, με έδρα την Πάτρα,
  • Τμήμα Ηλείας, με έδρα τον Πύργο,
  • Τμήμα Μεσολογγίου, με έδρα το Μεσολόγγι,
  • Τμήμα Αγρινίου, με έδρα το Αγρίνιο,
  • Τμήμα Ζακύνθου, με έδρα τη Ζάκυνθο,
  • Τμήμα Κεφαλληνίας, με έδρα το Αργοστόλι.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Αχαΐας, με έδρα την Πάτρα,
  • Τμήμα Ηλείας, με έδρα τον Πύργο,
  • Τμήμα Αιτωλοακαρνανίας, με έδρα το Μεσολόγγι.

12. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Στερεάς Ελλάδας, με έδρα τη Λαμία. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα τη Λαμία και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Φθιώτιδας, με έδρα τη Λαμία,
  • Τμήμα Λειβαδιάς, με έδρα τη Λειβαδιά,
  • Τμήμα Σχηματαρίου, με έδρα το Σχηματάρι,
  • Τμήμα Εύβοιας, με έδρα την Χαλκίδα,
  • Τμήμα Φωκίδας, με έδρα την Άμφισσα,
  • Τμήμα Ευρυτανίας, με έδρα το Καρπενήσι.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Φθιώτιδας, με έδρα τη Λαμία,
  • Τμήμα Λειβαδιάς, με έδρα τη Λειβαδιά,
  • Τμήμα Εύβοιας, με έδρα την Χαλκίδα,
  • Τμήμα Φωκίδας, με έδρα την Άμφισσα,
  • Τμήμα Ευρυτανίας, με έδρα το Καρπενήσι,
  • Τμήμα Σχηματαρίου, με έδρα το Σχηματάρι.

13. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Πελοποννήσου, με έδρα την Τρίπολη. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας και περιλαμβάνει επιπροσθέτως τους Δήμους Τροιζηνίας, Σπετσών, Πόρου, Ύδρας και Κυθήρων της περιφερειακής ενότητας των Νήσων της περιφέρειας Αττικής. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα την Τρίπολη και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Αρκαδίας, με έδρα την Τρίπολη,
  • Τμήμα Μεσσηνίας, με έδρα την Καλαμάτα,
  • Τμήμα Κορίνθου, με έδρα την Κόρινθο,
  • Τμήμα Λακωνίας, με έδρα τη Σπάρτη,
  • Τμήμα Αργολίδας, με έδρα το Ναύπλιο.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Αρκαδίας, με έδρα την Τρίπολη,
  • Τμήμα Μεσσηνίας, με έδρα την Καλαμάτα,
  • Τμήμα Κορίνθου, με έδρα την Κόρινθο,
  • Τμήμα Λακωνίας, με έδρα τη Σπάρτη,
  • Τμήμα Αργολίδας, με έδρα το Ναύπλιο.

14. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Βορείου Αιγαίου, με έδρα τη Μυτιλήνη. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα τη Μυτιλήνη και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Λέσβου, με έδρα τη Μυτιλήνη,
  • Τμήμα Σάμου, με έδρα τη Σάμο,
  • Τμήμα Χίου, με έδρα τη Χίο.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Λέσβου, με έδρα τη Μυτιλήνη,
  • Τμήμα Σάμου, με έδρα τη Σάμο,
  • Τμήμα Χίου, με έδρα τη Χίο.

15. Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Νοτίου Αιγαίου, με έδρα την Ερμούπολη της Σύρου. Η αρμοδιότητά της εκτείνεται στα όρια των περιφερειακών ενοτήτων της αντίστοιχης περιφέρειας. Συγκροτείται από το Τμήμα Συντονισμού Δράσης με έδρα την Ερμούπολη και από τα τοπικά Τμήματα:

A. Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων
  • Τμήμα Σύρου, με έδρα την Ερμούπολη,
  • Τμήμα Νάξου, με έδρα τη Νάξο,
  • Τμήμα Άνδρου, με έδρα την ’νδρο,
  • Τμήμα Θήρας, με έδρα τη Σαντορίνη,
  • Τμήμα Μήλου, με έδρα τη Μήλο,
  • Τμήμα Ρόδου, με έδρα τη Ρόδο,
  • Τμήμα Κω, με έδρα την Κω,
  • Τμήμα Καλύμνου, με έδρα την Κάλυμνο,
  • Τμήμα Καρπάθου, με έδρα την Κάρπαθο.
B. Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
  • Τμήμα Κυκλάδων, με έδρα την Ερμούπολη,
  • Τμήμα Άνδρου, με έδρα την Άνδρο,
  • Τμήμα Δωδεκανήσου, με έδρα τη Ρόδο.

Δ. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΝ
1. Ο Διευθυντής της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας που προέρχεται από τον κλάδο των Επιθεωρητών Εργασιακών Σχέσεων έχει επιπροσθέτως στα γενικά καθήκοντα του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Στοιχείου Διοίκησης Διεύθυνσης, τα παρακάτω καθήκοντα:
α. Επιμερίζει τους στόχους της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας σε εξειδικευμένους στόχους στα τοπικά Τμήματα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, καθώς και στο Τμήμα Συντονισμού Δράσης για τους Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων, σε συνεργασία από κοινού με τους προϊσταμένους των Τμημάτων.
β. Έχει την ευθύνη της υλοποίησης των καθορισμένων στόχων της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας σύμφωνα με το σύστημα Διοίκησης μέσω Στόχων και τους ειδικούς (ποσοτικούς και ποιοτικούς) δείκτες απόδοσης.
γ. Ενημερώνει τον Γενικό Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων για θέματα που σχετίζονται, τόσο με την επίτευξη των στόχων, όσο και με την εύρυθμη λειτουργία των τμημάτων Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας.
δ. Εισηγείται προς τον Γενικό Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων προτάσεις και μέτρα για τη βελτίωση των διατάξεων που διέπουν τις πράξεις επιβολής κυρώσεων και για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας κατά την άσκηση του επιθεωρησιακού έργου.
2.Ο Διευθυντής της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας που προέρχεται από τον κλάδο των Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία έχει επιπροσθέτως στα γενικά καθήκοντα του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Στοιχείου Διοίκησης Διεύθυνσης, τα παρακάτω καθήκοντα:
α. Επιμερίζει τους στόχους της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας σε εξειδικευμένους στόχους στα τοπικά Τμήματα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, στο Αυτοτελές Γραφείο Μετρήσεων και στο Τμήμα Συντονισμού Δράσης για τους Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, σε συνεργασία από κοινού με τους προϊσταμένους των Τμημάτων.
β. Έχει την ευθύνη της υλοποίησης των καθορισμένων στόχων της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας σύμφωνα με το σύστημα Διοίκησης μέσω Στόχων και τους ειδικούς (ποσοτικούς & ποιοτικούς) δείκτες απόδοσης.
γ. Ενημερώνει τον Γενικό Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία για θέματα που σχετίζονται, τόσο με την επίτευξη των στόχων, όσο και με την εύρυθμη λειτουργία των Τμημάτων της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία της περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας.
δ. Εισηγείται προς τον Γενικό Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία προτάσεις και μέτρα για τη βελτίωση των διατάξεων που διέπουν τις πράξεις επιβολής κυρώσεων και για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας κατά την άσκηση του επιθεωρησιακού έργου.
Άρθρο 21
Στελέχωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
1.Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) συγκροτείται από τον Ειδικό Γραμματέα, ο οποίος προΐσταται του Σώματος αυτού, και τους Επιθεωρητές Εργασίας.
Προς τούτο συνιστώνται 1003 θέσεις Επιθεωρητών Εργασίας οι οποίοι διακρίνονται σε Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων και σε Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας της Εργασίας, κατά κατηγορία και κλάδο ως εξής: ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού: 544, ΠΕ Μηχανικών: 170, ΠΕ Θετικών Επιστημών: 80, ΠΕ Ιατρών: 30, ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού: 48, ΤΕ Μηχανικών: 100, ΤΕ Υγείας: 31.
Επίσης, συνιστώνται 280 θέσεις για γραμματειακή, διοικητική και λοιπή υποστήριξη κατά κατηγορία και κλάδο ως εξής: ΠΕ Πληροφορικής: 4, ΤΕ Πληροφορικής: 4, ΔΕ Διοικητικού-Λογιστικού: 176, ΔΕ Τεχνικών: 34, ΔΕ Πληροφορικής:2, ΔΕ Οδηγών: 60.
2. Οι Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων και οι Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και ειδικότερα:
α. Οι Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι, διενεργούν συστηματικά ελέγχους για την εφαρμογή κυρίως της γενικής προστατευτικής εργατικής νομοθεσίας, εισηγούνται την επιβολή κυρώσεων, επιβάλουν κυρώσεις και παρέχουν συμβουλές, οδηγίες και υποδείξεις σε εργαζόμενους και εργοδότες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Ερευνούν επίσης την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων και τη νομιμότητα της απασχόλησής τους. Παράλληλα ασκούν όσα καθήκοντα προβλέπονται από τον ειδικό κανονισμό λειτουργίας του Σώματος.
Καθήκοντα Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων ασκούν οι υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού, εάν έχουν τα ειδικά προσόντα που θα ορισθούν με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου και έχουν ολοκληρώσει την προβλεπόμενη εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 25 του νόμου αυτού και έχουν λάβει τη σχετική πιστοποίηση.
β. Οι Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι, διενεργούν ελέγχους για την εφαρμογή κυρίως της εργατικής νομοθεσίας για την ασφάλεια και υγεία των εργαζόμενων, ερευνούν τις αιτίες των εργατικών ατυχημάτων, υποδεικνύουν μέτρα για τη μείωση του αριθμού τους, την πρόληψη και την αποφυγή επανάληψής τους στο μέλλον, ερευνούν τη φύση και τις αιτίες των επαγγελματικών νόσων, υποδεικνύουν μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας των εργαζόμενων, εισηγούνται την επιβολή κυρώσεων, επιβάλουν κατά περίπτωση κυρώσεις και παρέχουν συμβουλές, οδηγίες και υποδείξεις στους εργαζόμενους και στους εργοδότες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Παράλληλα ασκούν όσα καθήκοντα προβλέπονται από τον ειδικό κανονισμό λειτουργίας του Σώματος.
Καθήκοντα Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ασκούν υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Μηχανικών ή ΠΕ Θετικών Επιστημών ή ΠΕ Ιατρών ή ΤΕ Υγείας ή ΤΕ Μηχανικών, εάν έχουν τα ειδικά προσόντα που θα ορισθούν με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου και έχουν ολοκληρώσει την προβλεπόμενη εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 25 του νόμου αυτού και έχουν λάβει τη σχετική πιστοποίηση.
3. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στελεχώνεται με νέες προσλήψεις, μεταθέσεις υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με αποσπάσεις υπαλλήλων του Δημοσίου και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και με μετατάξεις, κατά τις κείμενες διατάξεις.
4. Υπάλληλος που υπηρετεί στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου ασκεί καθήκοντα Επιθεωρητή Εργασίας εφόσον πληροί τα προσόντα διορισμού σε θέση Επιθεωρητή Εργασίας και εκπαιδευτεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις που εφαρμόζονται για τους Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
5. Το προσωπικό των κλάδων ΠΕ Ιατρών, ΠΕ Ιατρών Ειδικοτήτων, ΠΕ Ιατρών Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας εξελίσσεται μισθολογικά σε Επιμελητές Α' μετά τη συμπλήρωση επτά (7) ετών από το διορισμό τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ο.Τ.Α. ή σε άλλους Φορείς και Οργανισμούς του Δημοσίου και σε Διευθυντές με τη συμπλήρωση δεκατριών (13) ετών από το διορισμό τους αυτό.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία θα εκδοθεί εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζονται και εξειδικεύονται:
α) η οργάνωση και η καθ' ύλην και κατά τόπο κατανομή των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών που συγκροτούν το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και τα θέματα λειτουργίας τους,
β) ο αναγκαίος αριθμός θέσεων του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, τα κριτήρια και η διαδικασία της επιλογής τους και κάθε άλλο θέμα στελέχωσής του,
γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Όσες Υπηρεσίες, Διευθύνσεις και Τμήματα έχουν προβλεφθεί με προγενέστερους νόμους και δεν συμπεριλαμβάνονται στον παρόντα νόμο καταργούνται.
7.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, όλες οι οργανικές θέσεις που έχουν κατανεμηθεί με προγενέστερες διατάξεις σε Τμήματα ή Διευθύνσεις που καταργούνται με τον παρόντα νόμο, μεταφέρονται σε νέα ή υφιστάμενα Τμήματα ή Διευθύνσεις.
Διευθύνσεις και Τμήματα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας δύναται να ιδρύονται και να καταργούνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
8. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας που εκδίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
9. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να ανακαθορίζονται η κατά τόπον και καθ' ύλην αρμοδιότητα των υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και να ανακατανέμονται οι οργανικές θέσεις του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας σε υφιστάμενους κλάδους προσωπικού της ίδιας ή άλλης κατηγορίας για ειδικότητες που κρίνονται απαραίτητες.
10. Μόνιμοι υπάλληλοι του Οργανισμού Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.), οι οποίοι υπηρετούσαν στα Κέντρα Εργαζόμενης Νεότητος (Κ.Ε.ΝΕ.) και έχουν τοποθετηθεί σε υπηρεσιακές μονάδες του Ο.Ε.Ε, μετατάσσονται σε υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτήν που ανήκει ο μετατασσόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει αυτός στις εξής πόλεις και νομούς αντίστοιχα: Αλεξανδρούπολη Ν. Έβρου θέσεις τρεις (3), Δράμα Ν. Δράμας θέσεις δύο (2), Ηράκλειο Ν. Ηρακλείου θέσεις πέντε (5), Θεσσαλονίκη Ν. Θεσσαλονίκης θέσεις έξι (6), Ιωάννινα Ν. Ιωαννίνων θέσεις τρεις (3), Καρδίτσα Ν. Καρδίτσας θέσεις δύο (2), Κομοτηνή Ν. Ροδόπης θέσεις τρεις (3), Μυτιλήνη Ν. Λέσβου θέσεις τέσσερις (4), Πύργος Ν. Ηλείας θέσεις δύο (2). Οι ως άνω υπάλληλοι θα πρέπει, εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου, να υποβάλλουν αίτηση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για μετάταξη σε υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε., στην οποία θα αναφέρεται η πόλη και ο νομός επιλογής τους από τις ως άνω θέσεις. Σε περίπτωση που υπάλληλος δεν υποβάλλει αίτηση εντός του χρονικού διαστήματος του ενός (1) μηνός θεωρείται ότι έχει υποβάλει αίτηση για μετάταξή του σε υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. εντός της ίδιας πόλης και νομού όπου υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος. Η μετάταξη του προσωπικού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σε μισθολογικό κλιμάκιο με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους.
11.Το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, συμμετέχει στη διενέργεια ελέγχων και διατίθεται για την εν γένει εκπλήρωση της αποστολής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε). Οι ως άνω υπάλληλοι έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) κατά το διάστημα που ασκούν τα εν λόγω καθήκοντα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στην εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
Άρθρο 22
Υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
1. Ο Ειδικός Γραμματέας είναι αρμόδιος για όλα τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναμικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Ο Ειδικός Γραμματέας είναι επίσης αρμόδιος για τη συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία των συμβουλίων, των επιτροπών, των ομάδων εργασίας και κάθε άλλου συλλογικού οργάνου που έχει ως αντικείμενο θέματα υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, για την επεξεργασία στοιχείων σχετικών με την αριθμητική σύνθεση και τις αριθμητικές μεταβολές του προσωπικού, για τις αποσπάσεις, τις τοποθετήσεις και τις μετακινήσεις του προσωπικού εντός των υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, των οποίων είναι πειθαρχικώς προϊστάμενος.
Τον προγραμματισμό των αναγκών σε ανθρώπινο δυναμικό έχει η Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης.
2. Το προσωπικό του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας υπάγεται, ως προς τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης, στο Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από εισήγηση του Ειδικού Γραμματέα, και αποτελείται από: α) τρεις (3) Προϊσταμένους Διευθύνσεων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και β) δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας με βαθμό τουλάχιστον Α'. Με την ίδια απόφαση ορίζονται μεταξύ των διοριζομένων μελών ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής του, ο γραμματέας του Συμβουλίου, καθώς και τα αναπληρωματικά μέλη, εκτός των αιρετών. Τα θέματα εισηγείται ο κατά τον ειδικό κανονισμό λειτουργίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Προϊστάμενος της αρμόδιας Διεύθυνσης.
3. Κατ΄ εξαίρεση τα θέματα κρίσεων των Διευθυντών των υπηρεσιακών μονάδων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας υπάγονται στην αρμοδιότητα του πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης τοποθετούνται οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων στις υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.).
Άρθρο 23
Οικονομική Αυτοτέλεια
1. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας έχει ίδιο προϋπολογισμό, ως ειδικός φορέας του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, όπου εγγράφονται κάθε έτος οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία πιστώσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των αναγκών λειτουργίας των Υπηρεσιών και του προσωπικού του. Η οικονομική διαχείριση διεξάγεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και οι δαπάνες πραγματοποιούνται, ελέγχονται, εκκαθαρίζονται και εντέλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού.
2. Σε περίπτωση επιβολής των διοικητικών κυρώσεων για παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 13 του παρόντος νόμου ποσοστό ύψους 40% εισπράττεται ως έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού, ποσοστό ύψους 40% ως έσοδο υπέρ του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας (Α.Σ.Ε.) και ποσοστό 20% ως έσοδο του προϋπολογισμού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο διατίθεται ιδίως στην προώθηση και ενίσχυση των δράσεων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, την προβολή του έργου του, την ενδυνάμωση της επικοινωνιακής του πολιτικής (ενημερωτικές δράσεις, έντυπα κλπ), την καταβολή των κινήτρων αποδοτικότητας και την κάλυψη των εξόδων μετακίνησης.
3. Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού ρυθμίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Άρθρο 24
Πρόσθετη Αμοιβή - Λοιπά οικονομικά θέματα
1. Χορηγείται στους Επιθεωρητές Εργασίας πρόσθετη αμοιβή, η οποία εξαρτάται από το ποιοτικό και ποσοτικό έργο τους.
2. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του Υπουργού Οικονομικών μετά από γνωμοδότηση του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε καθορίζονται το ύψος της πρόσθετης αμοιβής, τα κριτήρια και οι ειδικότερες προϋποθέσεις χορηγήσεώς του.
Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να ανακαθορίζεται το ύψος του επιδόματος ακόμη και να καταργείται.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ορίζεται το ύψος των δαπανών μετακίνησης, ημερήσιας αποζημίωσης και διανυκτέρευσης εκτός έδρας του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, του Ειδικού Γραμματέα, των Γενικών Επιθεωρητών και των Επιθεωρητών Εργασίας.
Άρθρο 25
Εκπαίδευση και Πιστοποίηση του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
1. Το προσωπικό του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. τόσο κατά την είσοδό του σε αυτό όσο και στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα, παρακολουθεί τα προβλεπόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα.
2. Τα προγράμματα εκπαίδευσης και διά βίου κατάρτισης του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που αφορούν στην ενίσχυση της δράσης του και στην υλοποίηση του επιχειρησιακού σχεδίου του καταρτίζονται από την αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, εγκρίνονται από τον Ειδικό Γραμματέα μετά από γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.) και αποστέλλονται για υλοποίηση στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης του.
Τυχόν τροποποίηση του προγράμματος εκπαίδευσης μπορεί να γίνει μόνο μετά από την έγκριση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Ειδικότερα, τα προγράμματα εκπαίδευσης των Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία καταρτίζονται κατά τα ανωτέρω από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας με την ενεργό συμμετοχή της Γενικής Διεύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας (Γ.Δ.Σ.Υ.Ε.).
Για τους Επιθεωρητές Εργασίας απαιτείται, μετά την πρόσληψή τους, η παρακολούθηση υποχρεωτικής ειδικής εκπαίδευσης, μετά το πέρας της οποίας οι υποψήφιοι Επιθεωρητές Εργασίας θα αξιολογούνται και θα πιστοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους.
Την ίδια εκπαίδευση και πιστοποίηση λαμβάνουν και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει ο παρών νόμος για τους Επιθεωρητές Εργασίας.
Όσοι υποψήφιοι Επιθεωρητές Εργασίας δεν πιστοποιηθούν κατά τα ανωτέρω, μπορούν να επαναλάβουν την ειδική εκπαίδευση του εδαφίου 4 της παραγράφου 2 και, σε περίπτωση και δεύτερης αποτυχίας, μπορούν να καταλάβουν θέσεις για τις οποίες δεν απαιτείται η παραπάνω πιστοποίηση, όπως θα προβλεφθεί από την οικεία προκήρυξη.
3. Η εκπαίδευση και η δια βίου επαγγελματική κατάρτιση του προσωπικού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας γίνεται ανά περιοδικά διαστήματα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού και μπορεί να πραγματοποιείται σε συνεργασία και με το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. Το προσωπικό του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας μπορεί να αποστέλλεται για εκπαίδευση σε σχολές ή κέντρα εκπαίδευσης του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα του εσωτερικού ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες της αποστολής του. Για αντίστοιχα εκπαιδευτικά προγράμματα στο εξωτερικό απαιτείται απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται το είδος, η διάρκεια και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, ο τρόπος και η διαδικασία αξιολόγησης και πιστοποίησης των Επιθεωρητών Εργασίας και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 26
Θέματα Λειτουργίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
1. Οι υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας λειτουργούν όλες τις ημέρες του μήνα και οι υπάλληλοι, λόγω της φύσεως του αντικειμένου, ασκούν τις ελεγκτικές αρμοδιότητες όλο το 24ωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας και υποχρεούνται σε υπερωριακή εργασία, καθώς και εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νύκτες, ευρισκόμενοι σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε τόπο και χρόνο, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
2. Οι διοικητικές Αρχές, οι Αρχές των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, οι δικαστικές υπηρεσίες, οι δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και οι υπηρεσίες της αυτοδιοίκησης υποχρεούνται να παρέχουν κάθε αιτούμενη συνδρομή ιδιαίτερα με την παροχή στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας μηχανογραφικών στοιχείων και πληροφοριών, για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Ειδικά για τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και με την επιφύλαξη των παραγράφων 6,7 και 8 του άρθρου 85 του ν. 2238/1994 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος» (Α’ 151), οι πληροφορίες που μπορούν να ζητούν οι Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων είναι μεταξύ άλλων και αυτές που περιέχονται στη δήλωση φορολογίας του εισοδήματος και στα συμπληρωματικά στοιχεία που συνυποβάλλονται με αυτήν, στην Οριστική Δήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών, την οριστική δήλωση ελεύθερων επαγγελμάτων, την οριστική δήλωση από εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και τα συνυποβαλλόμενα έντυπα ή καταστάσεις, τη δήλωση ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων, των εργοδοτών και λοιπών προσώπων και αφορούν πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτές ή συνυποβάλλονται με αυτές.
3. Οι Επιθεωρητές Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) και του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης εφοδιάζονται με ειδική υπηρεσιακή ταυτότητα, για τη διευκόλυνση του έργου τους. Το προσωπικό, το οποίο επικουρεί τους Επιθεωρητές Εργασίας στο έργο τους, εφοδιάζεται με ειδική ταυτότητα, διακριτή από αυτή των Επιθεωρητών Εργασίας.
4. Τα υπηρεσιακά οχήματα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που χρησιμοποιούνται στο έργο των Επιθεωρητών εξαιρούνται από την υποχρέωση να φέρουν διακριτικά γνωρίσματα (λωρίδα κόκκινου ή κίτρινου χρώματος και πινακίδες του Υπουργείου Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων) και φέρουν συμβατικές πινακίδες.
5. Οι Επιθεωρητές Εργασίας που έχουν το αντίστοιχο δίπλωμα οδήγησης οδηγούν τα υπηρεσιακά οχήματα για εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας.
6. Κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου, δεν διακόπτεται ο έλεγχος των Επιθεωρητών Εργασίας. Οι Επιθεωρητές Εργασίας δεν διώκονται και δεν ενάγονται για γνώμη που διατύπωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
7. Οι υπάλληλοι του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας τηρούν το απόρρητο των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν στη γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και μετά την αποχώρησή τους από αυτό. Τηρούν επίσης απόρρητες τις πηγές από τις οποίες περιήλθαν στη γνώση τους καταγγελίες ή παράπονα. Σε περίπτωση παράβασης των ανωτέρω επιβάλλονται οι εκ του νόμου προβλεπόμενες κυρώσεις.
8. Με απόφαση του αρμόδιου Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης θα ορίζεται το προσωπικό του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας εκάστου Τμήματος που θα προβαίνει σε ελέγχους και επιθεωρήσεις και εκτός του Νομού της έδρας του, εντός πάντα της περιφέρειας στην οποία ασκούν τα καθήκοντά τους. Για τη σύνθεση των μεικτών κλιμακίων θα αποφασίζει ο αρμόδιος Διευθυντής.
9. Οι κατά τόπους υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας δεν περιλαμβάνονται στα οργανογράμματα των Περιφερειών. Οι υπηρεσίες αυτές στεγάζονται σε κτήρια δημόσιων υπηρεσιών ή δημόσιων οργανισμών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή της περιφερειακής διοίκησης, που ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Σε περίπτωση αδυναμίας στέγασης, οι υπηρεσίες στεγάζονται σε ιδιωτικά οικήματα, τα οποία μισθώνονται για το σκοπό αυτό.
10. Με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα δύναται οι Επιθεωρητές Εργασίας να προβαίνουν σε ελέγχους και επιθεωρήσεις ανά την επικράτεια ανεξαρτήτως σε ποια Διεύθυνση υπηρετούν.
Άρθρο 27
Δικαστική Εκπροσώπηση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
Σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στον Ειδικό Γραμματέα, τους Ειδικούς Επιθεωρητές και τους λοιπούς Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) παρίσταται για την υπεράσπιση τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων εκπρόσωπος του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης χωρίς τη διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης και σύνταξη πορίσματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Άρθρο 28
Κοινωνικός Έλεγχος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
1. Συνίσταται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.), αρμόδιο να γνωμοδοτεί σε θέματα λειτουργίας και δράσης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Το Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. λειτουργεί στα πλαίσια του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και συγκροτείται από:
α. τον Ειδικό Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) ως Πρόεδρο,
β. τους δύο (2) Γενικούς Επιθεωρητές, οι οποίοι αναπληρώνονται από τους Διευθυντές των αντίστοιχων κλάδων,
γ. δύο (2) εκπροσώπους της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.) και έναν (1) της Ανωτάτης Διοίκησης Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ), που υποδεικνύονται από τις οργανώσεις αυτές,
δ. τρεις (3) εκπροσώπους εργοδοτικών οργανώσεων και ειδικότερα έναν (1) από το Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), έναν (1) από την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.) και έναν (1) από τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.), που υποδεικνύονται από τις οργανώσεις αυτές,
ε. έναν (1) εκπρόσωπο των εργαζομένων στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε), που υποδεικνύεται από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση και
στ. έναν (1) εκπρόσωπο των Ατόμων με Αναπηρία που υποδεικνύεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ),
ζ. Τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ο οποίος θα αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο αντίστοιχης Διεύθυνσης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
η. Τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ο οποίος θα αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο αντίστοιχης Διεύθυνσης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
Ο διορισμός των μελών και των αναπληρωτών τους, οι οποίοι για τα υπό στοιχ. γ, δ, ε, στ υποδεικνύονται από τους αντίστοιχους φορείς, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εφαρμόζονται δε ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν. 2336/1995 (Α' 189).
2. Αρμοδιότητες του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. είναι:
α. Η διατύπωση γνώμης για τη σκοπιμότητα της κατάρτισης ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 παρ. 3 του νόμου 3899/2010 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας (Α΄212)».
β. Η διατύπωση γνώμης σχετικά με τον προγραμματισμό της δράσης και την εν γένει λειτουργία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας σε εθνικό επίπεδο, καθώς και των προγραμμάτων εκπαίδευσης του προσωπικού του.
γ. Η διατύπωση γνώμης επί της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
δ. Η εισήγηση προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για την έκδοση νόμων και κανονιστικών πράξεων, με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και την εξασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων από αυτό υπηρεσιών.
ε. Την εισήγηση προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης διατάξεων που αφορούν στην εργατική νομοθεσία.
Η εισήγηση προτάσεων και νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν στην Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία (Α.Υ.Ε.) θα πρέπει να υποβάλλονται στη Γενική Διεύθυνση Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας, για κατάλληλη νομοθετική επεξεργασία και για την περαιτέρω προώθηση προς διαβούλευση στο Σ.Υ.Α.Ε.
Στο Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. εισηγητές ορίζονται κατά περίπτωση και ανάλογα με τα συζητούμενα θέματα οι προϊστάμενοι των αρμόδιων υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και κατά περίπτωση άλλοι εισηγητές από τους συμμετέχοντες φορείς.
Στις συνεδριάσεις του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. μπορούν να συμμετέχουν χωρίς ψήφο, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου, εκπρόσωποι επιστημονικών οργανώσεων, καθώς και ειδικοί επιστήμονες.
3. Για την υποβοήθηση του έργου του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε., συνίσταται στην Κεντρική Υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Αυτοτελές Γραφείο Γραμματειακής Υποστήριξης Σ.Κ.Ε.Ε.Ε., υπαγόμενο απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα του Σ.ΕΠ.Ε και στο οποίο προΐσταται ο Γραμματέας του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. Η συγκρότηση του Γραφείου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Το Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. δικαιούται να ζητά κάθε πληροφορία ή έγγραφο χρήσιμο για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του και να καλεί ενώπιόν του κάθε πρόσωπο χρήσιμο για την παροχή πληροφοριών.
4. Σε κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση συνιστάται Περιφερειακή Επιτροπή Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε.), η οποία είναι γνωμοδοτικό όργανο για τη λειτουργία και δράση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας στην Περιφέρεια και συγκροτείται από:
α. τον Συντονιστή της αντίστοιχης κατά τόπο Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ως Πρόεδρο, ο οποίος αναπληρώνεται από τον έτερο Διευθυντή της ίδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης,
β. έναν (1) Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων και έναν (1) Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, οι οποίοι αναπληρώνονται επίσης από αντίστοιχο αναπληρωτή Επιθεωρητή Εργασίας,
γ. δύο (2) εκπροσώπους των εργατικών κέντρων της Περιφέρειας με τους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται με αποφάσεις των Διοικήσεών τους.
δ. δύο (2) εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων από τη βιομηχανία, τη βιοτεχνία και το εμπόριο της Περιφέρειας με τους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται με απόφαση των διοικήσεών τους,
Εισηγητές ορίζονται κατά περίπτωση και ανάλογα με τα συζητούμενα θέματα Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων ή Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ή εκπρόσωποι των συμμετεχόντων φορέων
Ο διορισμός των μελών και των αναπληρωτών τους, οι οποίοι για τα υπό στοιχ. β, γ, δ, υποδεικνύονται από τους αντίστοιχους φορείς, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εφαρμόζονται δε ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν. 2336/1995 (Α’ 189).
5. Αρμοδιότητα του Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε. είναι:
α. η διατύπωση γνώμης σχετικά με τον προγραμματισμό της δράσης και την εν γένει λειτουργία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας στην Περιφέρεια,
β. η διατύπωση γνώμης και σύνταξη πορίσματος ανά εξάμηνο επί της δράσης των Διευθύνσεων και Τμημάτων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, εντός της περιφέρειάς τους και η αποστολή του σχετικού πορίσματος μετά της εκθέσεως αξιολόγησης του άρθρου 29 παρ. 1 του παρόντος νόμου στο Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.
Στις συνεδριάσεις της Επιτροπής μπορούν να συμμετέχουν χωρίς ψήφο, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου της, εκπρόσωποι επιστημονικών οργανώσεων και ειδικοί επιστήμονες.
6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται τα θέματα των συνεδριάσεων, της λήψης αποφάσεων, της γραμματειακής υποστήριξης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εύρυθμη λειτουργία του ΣΚ.Ε.Ε.Ε. και των Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε.
Άρθρο 29
Έκθεση Αξιολόγησης έργου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και Ετήσια Έκθεση Πεπραγμένων
1. Κάθε έξι μήνες οι Περιφερειακές Διευθύνσεις του Σ.Ε.Π.Ε υποχρεούνται να αποστέλλουν στην αρμόδια Περιφερειακή Επιτροπή Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε) έκθεση αξιολόγησης του έργου των ιδίων καθώς και των Τμημάτων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που βρίσκονται στην περιφέρειά τους. Για τον λόγο αυτό τα Τμήματα που βρίσκονται στην περιφέρεια της αντίστοιχης Διεύθυνσης αποστέλλουν κάθε έξι (6) μήνες έκθεση του έργου τους.
2. Η Περιφερειακή Επιτροπή Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε) υποχρεούται να μελετά την έκθεση αξιολόγησης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, να συντάσσει πόρισμα και εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήψη της έκθεσης αξιολόγησης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να την αποστέλλει μαζί με το πόρισμά του στο Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε).
3. Κάθε έτος το Σ.Κ.Ε.Ε.Ε συνεδριάζει, συνεκτιμά τα πορίσματα και τις εκθέσεις των περιφερειακών Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε και συντάσσει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Η ετήσια έκθεση πεπραγμένων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, στην οποία εμπεριέχεται και ο προγραμματισμός δράσης του επόμενου έτους, αφότου εγκριθεί και δημοσιευθεί από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, υποβάλλεται από τον Ειδικό Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, μέσα στο πρώτο τετράμηνο του επόμενου έτους, στον Πρόεδρο της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής. Η έκθεση περιέχει ειδικό κεφάλαιο σχετικά με την εφαρμογή και την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της εργασίας και απασχόλησης.
4. Το Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.) διατυπώνει πάντοτε γνώμη επί της εκθέσεως, πριν από τη δημοσίευσή της.
5. Η ετήσια έκθεση πεπραγμένων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας κοινοποιείται στις πλέον αντιπροσωπευτικές οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας και στην αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 30
Ρυθμίσεις για Ιατρούς Εργασίας και Σύμβουλους Ασφάλειας της Εργασίας
1. Οι Ειδικοί Ιατροί Εργασίας μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους σε όλη την ελληνική επικράτεια, χωρίς προηγούμενη άδεια των κατά τόπους Ιατρικών Συλλόγων.
2. Καθήκοντα Ιατρού Εργασίας μπορούν να ασκούν οι Ειδικοί Ιατροί Εργασίας καθώς και όσοι Ιατροί έχουν ασκήσει καθήκοντα Ιατρού Εργασίας μέχρι τις 9 Αυγούστου 2005 και το όνομά τους συμπεριλαμβάνεται σε Ειδικό Κατάλογο Ιατρών που δύνανται να ασκούν τα καθήκοντα Ιατρού Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Για τη διαδικασία σύνταξης του Ειδικού καταλόγου, τις προϋποθέσεις, την υποβολή αιτήσεων, τις προθεσμίες, την τήρησή του, τον έλεγχό του και οτιδήποτε άλλο αφορά σε αυτόν, θα εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος. Με όμοια απόφαση δύναται να προβλεφθεί προτεραιότητα των Ειδικών Ιατρών Εργασίας προς τους Ιατρούς που είναι εγγεγραμμένοι στον Ειδικό Κατάλογο Ιατρών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ως προς την άσκηση των καθηκόντων της ιατρικής της εργασίας.
3. Ιατρός εγγεγραμμένος στον Ειδικό Κατάλογο Ιατρών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας σε επιχείρηση και είναι εγγεγραμμένος στον οικείο με την έδρα της επιχείρησης Ιατρικό Σύλλογο επιτρέπεται να ασκεί τα ίδια καθήκοντα και στα υποκαταστήματα ή παραρτήματα της ανωτέρω επιχείρησης, όπου και αν βρίσκονται αυτά στην ελληνική επικράτεια, χωρίς προηγούμενη άδεια των Ιατρικών Συλλόγων.
4. Ιατρός εγγεγραμμένος στον Ειδικό Κατάλογο Ιατρών που δύνανται να ασκούν τα καθήκοντα Ιατρού Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας και σε έτερο νομό από αυτό της περιφέρειας του Ιατρικού Συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένος, χωρίς να απαιτείται έγκριση του Ιατρικού Συλλόγου του έτερου αυτού νομού, εφόσον πρόκειται για νομό στον οποίο δεν υπάρχουν εγγεγραμμένοι
α) στον οικείο Ιατρικό Σύλλογο ή σε Ιατρικό Σύλλογο όμορου νομού Ειδικοί Ιατροί Εργασίας και
β) στον οικείο Ιατρικό Σύλλογο Ιατροί από τον Ειδικό Κατάλογο Ιατρών Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
5. Στα κατατιθέμενα στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας δικαιολογητικά περιλαμβάνεται σε κάθε περίπτωση απαραιτήτως βεβαίωση του Ιατρικού Συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι οι Ειδικοί Ιατροί Εργασίας και οι Ιατροί του Ειδικού Καταλόγου.
6. Ειδικότερα και όσον αφορά στη μη τήρηση της δηλούμενης στην αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας παρουσίας των συμβούλων Ασφάλειας της Εργασίας και των ιατρών εργασίας οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες προστασίας και πρόληψης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 17/1996 (παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν. 3850/2010) ως άτο΅α εκτός της επιχείρησης, μπορεί να κινείται από τις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας η επιβολή προσωρινής ή και οριστικής παύσης της δυνατότητας παροχής υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης. Για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης ακολουθείται διαδικασία ανάλογη με αυτή που προβλέπεται για τις διοικητικές κυρώσεις. Η ίδια διαδικασία ασκείται και για τις ΕΞΥΠΠ με τις οποίες συμβάλλονται οι τεχνικοί ασφάλειας και οι ιατροί εργασίας προκειμένου να παρέχουν μέσω των ΕΞΥΠΠ υπηρεσίες σε επιχειρήσεις. Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή μέσα σε είκοσι (20) η΅έρες από την κοινοποίηση της απόφασης ενώπιον του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ή του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αντίστοιχα, ο οποίος και αποφασίζει μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. ή του Σ.Υ.Α.Ε. αντίστοιχα. Τις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες τις οποίες υποχρεούνται να παρίστανται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Πίνακα Προσωπικού της επιχείρησης ο Σύμβουλος Ασφάλειας της Εργασίας και ο Ιατρός Εργασίας θα πρέπει υποχρεωτικά κατόπιν της διενέργειας του ελέγχου στους εργασιακούς χώρους, να καταχωρούν στο ειδικό βιβλίο υποδείξεων του Σύμβουλου Ασφάλειας της Εργασίας και Ιατρού Εργασίας, γραπτά, κατάσταση με τους χώρους εργασίας που έλεγξαν καθώς και τις συγκεκριμένες υποδείξεις τους για τα μέτρα ασφάλειας και υγείας που πρέπει άμεσα να ληφθούν από τον εργοδότη, την εξέταση των εργαζομένων από τους Ιατρούς Εργασίας και τη συμπλήρωση των ατομικών ιατρικών φακέλων τους. Στην συνέχεια θα πρέπει να υπογράφουν την εν λόγω κατάσταση και τα στοιχεία και να συνυπογράφει και ο εργοδότης ότι έλαβε γνώση για τις υποδείξεις του Σύμβουλου Ασφάλειας της Εργασίας και του Ιατρού Εργασίας την συγκεκριμένη μέρα και ώρα.
7. Όταν σε εργοτάξιο ή σε πλοίο απασχολούνται συνολικά πενήντα (50) και άνω εργαζόμενοι, άσχετα από τον αριθμό υπεργολάβων – εργοδοτών, ο Γενικός Εργολάβος και σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος ο κύριος του έργου ή ο πλοιοκτήτης, έχει υποχρέωση απασχόλησης Ιατρού Εργασίας. Στα εργοτάξια ο Σύμβουλος Ασφάλειας της Εργασίας ορίζεται από τον Γενικό Εργολάβο και εφόσον δεν υπάρχει από τον κύριο του έργου και είναι το ίδιο πρόσωπο με το συντονιστή, για όλο το προσωπικό του εργοταξίου, άσχετα από τους υπεργολάβους. Το κόστος του επιβαρύνει τους υπεργολάβους, αναλογικά με το προσωπικό τους.
Άρθρο 31
Δράσεις ανταλλαγής πληροφοριών Γ.Γ.Ε.Ε., ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ΓΓΠΣ μέσω ηλεκτρονικής διακυβέρνησης
1. Η παρ. 9 α΄ του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 τροποποιείται ως εξής:
«9α. Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ), δια των αρμοδίων για τον έλεγχο, τη βεβαίωση και την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών οργάνων του, μπορεί να ζητά από τις δημόσιες ή δημοτικές και κοινοτικές αρχές, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τις τράπεζες, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά από κάθε οργάνωση επαγγελματική, εμπορική, βιομηχανική, γεωργική κ.λ.π οποιεσδήποτε πληροφορίες θεωρεί αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του. Ειδικά για τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και με την επιφύλαξη των παραγράφων 6,7 και 8 του άρθρου 85 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α’) οι πληροφορίες που μπορούν να ζητούν τα παραπάνω όργανα είναι μεταξύ άλλων και αυτές που περιέχονται στη δήλωση φορολογίας του εισοδήματος και στα συμπληρωματικά στοιχεία που συνυποβάλλονται με αυτήν, στην Οριστική Δήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών, την οριστική δήλωση ελεύθερων επαγγελμάτων, την οριστική δήλωση από εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και τα συνυποβαλλόμενα έντυπα ή καταστάσεις, τη δήλωση ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων, των εργοδοτών και λοιπών προσώπων και αφορούν πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτές ή συνυποβάλλονται με αυτές».
2. Μετά την παράγραφο 9α του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει σήμερα, προστίθεται νέα παράγραφος 9β ως εξής:
«9β. Οι πληροφορίες τις οποίες θεωρεί αναγκαίες και κάθε άλλο στοιχείο ασφαλιστικού ενδιαφέροντος της παρ. 9α του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 δύνανται να γνωστοποιούνται στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.) και μέσω Ηλεκτρονικής διασύνδεσης αρχείων, όπου απαιτείται, από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων ή από κάθε άλλη Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου αυτό να διεκδικήσει πόρους, ασφαλιστικές εισφορές ή να διασφαλίσει κάθε άλλο έννομο δικαίωμα του, είτε αυτά αφορούν στο πρόσωπο εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 του α. ν. 1846/1951, όπως ισχύει, είτε σε οποιαδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και σε ενώσεις προσώπων. Τα ως άνω στοιχεία δύνανται να γνωστοποιούνται και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας μετά από αίτημά του και προκειμένου να διευκολυνθεί στο έργο του.
Τα παραπάνω στοιχεία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη διασφάλιση του έργου και των συμφερόντων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον υπόχρεο στον οποίο αφορούν καθώς και τον Ο.Α.Ε.Δ. Χορηγούνται δε σε κάθε περίπτωση στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και στο Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. χωρίς χρέωση.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η διαδικασία, τα στοιχεία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.
Άρθρο 32
Ορολογία
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «Κοινωνικός Επιθεωρητής», αυτός αντικαθίσταται εφεξής από τον όρο «Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων».
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται οι όροι «Τεχνικός Επιθεωρητής» και «Υγειονομικός Επιθεωρητής», αυτοί αντικαθίστανται εφεξής από τον κοινό όρο «Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία».
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται οι όροι «Διεύθυνση Κοινωνικής Επιθεώρησης» και «Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου» αυτοί αντικαθίστανται από τον όρο «Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας».
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης» αντικαθίσταται από τον όρο «Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων».
Όπου σε διατάξεις που αφορούν στην Επιθεώρηση Εργασίας αναφέρεται ο όρος «Τμήμα» ή «Γραφείο Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης», αντικαθίσταται από τον όρο «Τμήμα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία».
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «άτομα με ειδικές ανάγκες » (ΑΜΕΑ) αυτός αντικαθίσταται από τον όρο «άτομα με αναπηρία» (ΑμεΑ).
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «Τεχνικός Ασφαλείας» αυτός αντικαθίσταται εφεξής με τον όρο «Σύμβουλος Ασφάλειας της Εργασίας».
Άρθρο 33
Συνεργασία Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε), Γενικής Διεύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας (Γ.Δ.Σ.Υ.Ε) και Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας
1. Για την αποτελεσματικότερη προώθηση των θεμάτων ασφάλειας και υγείας στην εργασία μέσω της συνεργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) , Γενικής Διεύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας (Γ.Δ.Σ.Υ.Ε) και Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας (Γ.Δ.Ε) καθιερώνεται ετήσιο πρόγραμμα συνεργασίας το οποίο περιλαμβάνει τακτικές κοινές συσκέψεις μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς και κοινές συνεδριάσεις μεταξύ του Συμβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Σ.Υ.Α.Ε.) και του Συμβουλίου Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.)
2. Στις κοινές συσκέψεις μεταξύ Γ.Δ.Σ.Υ.Ε., Γ.Δ.Ε και Σ.ΕΠ.Ε. εξετάζονται όλα τα θέματα Ασφάλειας και Υγιεινής της Εργασίας (Α.Υ.Ε.) και εργασιακά θέματα που απασχολούν τις τρεις υπηρεσίες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Στόχος των κοινών συσκέψεων είναι κυρίως η αλληλοενημέρωση των υπηρεσιών και ο συντονισμός της δράσης τους στα εργασιακά θέματα και θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων.
3. Ειδικότερα, αντικείμενο των κοινών συσκέψεων της Γ.Δ.Σ.Υ.Ε και του Σ.ΕΠ.Ε είναι μεταξύ άλλων:
1) Ο καθορισμός στόχων και προτεραιοτήτων στο πλαίσιο της Εθνικής Στρατηγικής για την Α.Υ.Ε. και η καθιέρωση σχετικών δεικτών αξιολόγησης.
2) Ο συντονισμός δράσεων για ανάπτυξη κουλτούρας πρόληψης σε θέματα Α.Υ.Ε. με έμφαση στην ενημέρωση, διαβούλευση και κατάρτιση.
3) Η εκπόνηση του εθνικού προγράμματος Α.Υ.Ε. βάσει της Εθνικής Στρατηγικής και η εισήγηση προς τον Υπουργό και τα όργανα διαβούλευσης (Σ.Υ.Α.Ε, Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.) για υιοθέτησή του.
4) Η αξιολόγηση του εθνικού προγράμματος Α.Υ.Ε. (συμπεριλαμβανομένου του εθνικού συστήματος Α.Υ.Ε.) και η εισήγηση προς τον Υπουργό και τα όργανα διαβούλευσης (Σ.Υ.Α.Ε, Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.) για την αναθεώρησή του.
5) Η επίλυση προβλημάτων κατά την ερμηνεία της νομοθεσίας και ο καθορισμός του τρόπου εφαρμογής της σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, έτσι όπως θα εισάγονται προς συζήτηση από τη μία ή την άλλη υπηρεσία.
6) Η παρουσίαση και τυχόν αναμόρφωση των εγκυκλίων γενικού ή ειδικού ενδιαφέροντος που η κάθε υπηρεσία πρόκειται να εκδώσει.
7) Η παρουσίαση ελλείψεων ή δυσχερειών κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας και η εισήγηση μέτρων (νομοθετικών ή άλλων) για την αντιμετώπισή τους.
8) Η αλληλοενημέρωση για τις δραστηριότητες και τις ενέργειες που η κάθε υπηρεσία έχει ήδη διενεργήσει ή που βρίσκονται σε εξέλιξη.
9) Η αλληλοενημέρωση για τις εξελίξεις στις εργασίες των κοινοτικών και διεθνών οργάνων.
10) Η διαμόρφωση των θέσεων της χώρας μας στα θέματα τα οποία επεξεργάζονται τα παραπάνω όργανα.
11) Η σύνταξη εκθέσεων εφαρμογής του διεθνούς, ευρωπαϊκού και εθνικού δικαίου.
12) Ο καθορισμός των δράσεων συμμόρφωσης της χώρας προς τις απαιτήσεις των κοινοτικών οργάνων.
4. Τα θέματα εισάγονται προς συζήτηση είτε από τη Γ.Δ.Σ.Υ.Ε. είτε από το Σ.ΕΠ.Ε. και καταγράφονται επιγραμματικά στην προτεινόμενη ημερήσια διάταξη, την οποία πρέπει η κάθε υπηρεσία να κοινοποιεί έγκαιρα στην άλλη.
5. Στις κοινές συσκέψεις προεδρεύει ο Ειδικός Γραμματέας του Σ.ΕΠ.Ε. ή ο Προϊστάμενος της Γ.Δ.Σ.Υ.Ε. ανάλογα με το ποιος εισηγείται το προς συζήτηση θέμα και λαμβάνουν μέρος:
o Ο Ειδικός Γραμματέας του Σ.ΕΠ.Ε.
o Ο Προϊστάμενος της Γ.Δ.Σ.Υ.Ε.
o Ο Γενικός Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία
o Οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων της Γ.Δ.Σ.Υ.Ε.
o Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
και κατά περίπτωση οι Διευθυντές των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που προέρχονται από τον κλάδο των Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία και οι Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία με βαθμό Διευθυντή.
6. Ο αριθμός των κοινών συσκέψεων μεταξύ Γ.Δ.Σ.Υ.Ε. και Σ.ΕΠ.Ε. ανέρχεται σε έξι (6) ανά έτος (στις αρχές κάθε διμήνου), αλλά κατά περίπτωση μπορεί να καθορίζονται και επιπλέον συσκέψεις. Ο αριθμός των κοινών συνεδριάσεων μεταξύ του Σ.Υ.Α.Ε. και του Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. ανέρχεται σε τρεις (3) ανά έτος (στις αρχές κάθε τετραμήνου), αλλά κατά περίπτωση μπορεί να καθορίζονται και επιπλέον συσκέψεις. Οι κοινές συσκέψεις και συνεδριάσεις λαμβάνουν χώρα εντός του χρόνου εργασίας των υπηρεσιών.
7. Στη συγκρότηση ομάδων εργασίας και επιτροπών για την εξέταση και προώθηση θεμάτων Α.Υ.Ε. ορίζονται σε όλες τις περιπτώσεις εκπρόσωποι τόσο της Γ.Δ.Σ.Υ.Ε. όσο και του Σ.ΕΠ.Ε. Εάν αυτό για πρακτικούς λόγους δεν είναι εφικτό εξασφαλίζεται η πλήρης ενημέρωση των υπηρεσιών από τους συμμετέχοντες στις ομάδες και επιτροπές κατά τη διάρκεια των κοινών συσκέψεων ή και με επιπλέον ενημέρωση εφόσον απαιτείται.
8. Όλες οι εγκύκλιοι που εκδίδονται είτε από τη Γ.Δ.Σ.Υ.Ε. είτε από το Σ.ΕΠ.Ε., καθώς και οι απαντήσεις κάθε υπηρεσίας σε ερωτήματα κοινού ενδιαφέροντος, κοινοποιούνται και στην άλλη υπηρεσία.
Άρθρο 34
Μεταβατικές -Καταργούμενες διατάξεις
1. Το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του νόμου 2639/1998 εντάσσεται ή μεταφέρεται στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) που ιδρύεται με τον παρόντα νόμο και ανακατανέμεται στις νέες Διευθύνσεις και Τμήματα του παρόντος νόμου. Το ανωτέρω προσωπικό εντάσσεται ή μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, την οργανική θέση, βαθμό, κλάδο και ειδικότητα που κατέχει και θεωρείται ότι έχει λάβει την πιστοποίηση του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Η τοποθέτηση του ανωτέρω προσωπικού γίνεται με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Επίσης, το προσωπικό που υπηρετεί στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα Επιθεωρητή Εργασίας στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας θεωρείται ότι έχει λάβει την απαιτούμενη πιστοποίηση του άρθρου 25 του παρόντος νόμου.
2. Οι Προϊστάμενοι των μονάδων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του νόμου 2639/1998 στην εκάστοτε περιφέρεια εξακολουθούν και μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου να ασκούν τα καθήκοντά τους ως Προϊστάμενοι στις μονάδες αυτές. Συμβάσεις μίσθωσης έργου που έχουν συναφθεί εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του νεοσυσταθέντος Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
3. Διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη για πλήρωση θέσεων σε κεντρικό η περιφερειακό επίπεδο, συνεχίζονται κανονικά για λογαριασμό του νεοσυσταθέντος Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Το προσλαμβανόμενο προσωπικό και οι αντίστοιχες οργανικές θέσεις μεταφέρονται στο νεοσυσταθέν Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
4. Οι Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του νόμου 2639/1998, που και μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους αυτά και μεταφέρονται στο νεοσυσταθέν Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, τοποθετούνται με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα σε θέσεις Προϊσταμένων αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που συνίσταται με τον παρόντα νόμο, με κριτήριο τον περισσότερο χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου αντίστοιχου επιπέδου, σε συνάρτηση με τα ουσιαστικά τους προσόντα και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου Προϊσταμένου. Εφόσον δεν επαρκούν οι θέσεις Προϊσταμένων οργανικών μονάδων, για την τοποθέτηση όλων των Προϊσταμένων, οι Προϊστάμενοι που δεν τοποθετούνται εξακολουθούν να θεωρούνται Προϊστάμενοι μέχρι τη λήξη της θητείας τους και τα καθήκοντά τους καθορίζονται από τον Ειδικό Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και διατηρούν κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων το αντίστοιχο μηνιαίο επίδομα θέσης ευθύνης.
5. Οι διατάξεις που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη, τις αποδοχές, (μισθοδοσία, επιδόματα, έξοδα κίνησης και αποζημιώσεις), το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του εντασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ένταξή του στο νεοσυσταθέν Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
6. Ο Ειδικός Γραμματέας ο οποίος μέχρι και σήμερα προΐσταται του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του νόμου 2639/1998, μεταφέρεται με τον ίδιο βαθμό που έχει κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στο νεοσυσταθέν με τον παρόντα νόμο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε).
7. Διατάξεις άλλων νόμων και προεδρικών διαταγμάτων που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου εξακολουθούν να ισχύουν.
8. Το προεδρικό διάταγμα 136/1999 (Α΄134) εξακολουθεί να ισχύει έως την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 21 παρ. 6 του παρόντος νόμου κατά το μέρος που δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
9. Καθήκοντα Συμφιλιωτή Ατομικών Εργατικών Διαφορών θα εξακολουθήσουν να ασκούν, και μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, όσοι υπάλληλοι - Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων του Σ.ΕΠ.Ε. ασκούν μέχρι σήμερα τα καθήκοντα αυτά.
10. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας αποτελεί καθολικό διάδοχο ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του νόμου 2639/1998.
11. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, συνεχίζονται από το νεοσυσταθέν Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του νεοσυσταθέντος Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
12. Το άρθρο 186 παρ. ΙΙ Δ 4 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α΄ 87) καταργείται.
13. Τα άρθρα 6 έως 16 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α΄ 205), εκτός από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9, όπως ισχύει, καταργούνται.
14. Το άρθρο76 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ Α΄ 27) διατηρείται σε ισχύ.